ι αγωγιάτες, που επονομάζονταν και «κιρατζήδες», μετέφεραν τα εμπορεύματα ή διακινούσαν τους ταξιδιώτες με άλογα και συχνότερα με μουλάρια. Λόγω της ορεινής μορφολογίας της Λέσβου και των μεγάλων αποστάσεων μεταξύ των οικισμών, η1 4 - Αγωγιάτες της Λέσβουμετακίνηση των ανθρώπων και η διακίνηση των προϊόντων με τα ζώα ήταν ο κυρίαρχος τρόπος μεταφοράς μέχρι τη δεκαετία του 1930 και σε μερικές περιοχές μέχρι τη δεκαετία του 1950, οπότε ολοκληρώθηκε το χερσαίο οδικό δίκτυο στο νησί. Ακόμα και σήμερα όμως στα ελαιοκτήματα που αναπτύσσονται στις πλαγιές των βουνών και δεν είναι προσπελάσιμα οδικώς, χρησιμοποιείται το μουλάρι ως μέσο μεταφοράς.Οι αγωγιάτες προέρχονταν συνήθως από το στρώμα των ακτημόνων αγροτών και ήταν οργανωμένοι σε πολυμελή σωματεία στα χωριά και στις κωμοπόλεις της Λέσβου. Μεγάλος αριθμός αγωγιατών εργαζόταν στα εργοστάσια, στα ελαιοτριβεία, στα ταλκορυχεία και γενικότερα σε όλες τις βιομηχανικές ζώνες του νησιού, ενώ και στα επίνεια συνέρρεαν αγωγιάτες για να μεταφέρουν εμπορεύματα ή για να εξυπηρετήσουν τη διακίνηση των προσκυνητών στα μεγάλα πανηγύρια της Λέσβου. Πολλοί μουσικοί, αγρότες και άλλοι επαγγελματίες κατέφυγαν στο επάγγελμα του αγωγιάτη κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την ανέχεια και την πείνα, μετά την κατάσχεση όλου του ελαιόλαδου και την παράλυση του εμπορίου και των συγκοινωνιών.

Η αλιεία αποτελούσε πάντα μια σημαντική δραστηριότητα στη Λέσβο. Σε όλους τους παραθαλάσσιους οικισμούς υπήρχαν ψαράδες με μικρές βάρκες ή με μεγαλύτερα αλιευτικά σκάφη. Οι δύο μεγάλοι κόλποι του νησιού, ο κόλπος της Γέρας και ο κόλπος της Καλλονής ήταν πασίγνωστοι για την αφθονία των ψαριών, αλλά και των θαλασσινών (χτένια, κυδώνια κ.ά.), τα οποία μάλιστα εξήγαγαν στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη μέχρι το 1922. Περίφημη ήταν η σαρδέλα του κόλπου Καλλονής, που παραμένει μέχρι σήμερα ασυναγώνιστη και περιζήτητη στις ιχθυαγορές. Η αλιεία αναπτύχθηκε ακόμα περισσότερο με την έλευση των προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Μετά το 1923 πολλοί εγκαταστάθηκαν στα επίνεια (Σκάλες) της Λέσβου και συνέχισαν να ασκούν την τέχνη του ψαρέματος, που γνώριζαν από τις Μικρασιατικές ακτές. Η αστάθεια των καιρικών συνθηκών και του θαλασσινού επαγγέλματος γενικότερα δεν επέτρεπε στους ψαράδες να συσσωρεύσουν μεγάλα κέρδη, ωστόσο τα φρέσκα ψάρια ήταν πάντα περιζήτητα στις ορεινές κωμοπόλεις και οι κάτοικοι τα προμηθεύονταν από τους πλανόδιους εμπόρους και από τους ιχθυοπώλες. Στη δύσκολη περίοδο του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, αλλά και γενικότερα σε όλες τις περιόδους κρίσης, ο μαύρος κοβιός, η μαρίδα, η ζαργάνα, που υπήρχαν σε αφθονία στο νησί αποτέλεσαν το βασικό είδος διατροφής του πληθυσμού. Πολύ διαδεδομένο είδος διατροφής ήταν επίσης τα παστά ψάρια, που τα διατηρούσαν μέσα σε αλάτι (στην άρμη), οπότε μπορούσαν να καταναλωθούν όλο το χρόνο. Ψάρια πάστωναν στο πλαίσιο της οικιακής οικονομίας, αλλά και στο πλαίσιο των εμπορικών δραστηριοτήτων: οι μανάβηδες τα συντηρούσαν σε μεγάλια βαρέλια και τα διέθεταν στην κατανάλωση. Από τις αρχές μάλιστα του 20ού αιώνα αναπτύχθηκε στη Λέσβο η βιοτεχνία των «αλιπάστων», της συντήρησης δηλαδή διαφόρων αλιευμάτων στο αλάτι (κυρίως της περίφημης σαρδέλλας Καλλονής), που συνεχίζεται μέχρι σήμερα με σημαντικές εξαγωγές σε όλη την Ελλάδα.Μέχρι τα μεταπολεμικά χρόνια στην περιφέρεια της Καλλονής ήταν επίσης διαδεδομένο το ψάρεμα κεφάλων στα ποτάμια «Βούβαρη» και «Ξυνόροδου» και ειδικά τα «Βουβαρίσια κεφάλια» ήταν πασίγνωστα και περιζήτητα, όχι μόνο στη Λέσβο, αλλά και στη Σμύρνη και στην Κωνσταντινούπολη, όπου γίνονταν εξαγωγές. Το ποταμίσιο ψάρεμα γινόταν με τη μέθοδο του γρίπου, από ειδικευμένους ψαράδες, τους «γριπάριδες». Σήμερα το ποταμίσιο ψάρεμα γίνεται μόνο ερασιτεχνικά και πολύ περιορισμένα.Τεχνικές ψαρέματος υπήρχαν πολλές και κάποιες από αυτές συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα. Οι πιο διαδεδομένες μέθοδοι ψαρέματος ήταν το «γρι-γρι», η ανεμότρατα, η πεζότρατα και ο «γρίππος», που χρειάζονταν πολλούς ψαράδες (τους επονομαζόμενους «τραταρούς») για τα κουπιά και για το καλάρισμα των διχτυών. Το ψάρεμα του γρίππου απαγορεύτηκε το 1954 γιατί κατέστρεφε το γόνο των ψαριών. Σήμερα υπάρχουν «γρι-γρι» και μηχανοκίνητες τράτες στη Μυτιλήνη, στη Θερμή, στο Πλωμάρι, στον Μόλυβο, στη Σκάλα Λουτρών κ.ο.κ., που τροφοδοτούν με τα ψάρια τους τις ιχθυαγορές της Λέσβου, αλλά και του Πειραιά. ¶λλες τεχνικές ψαρέματος, που συνηθίζονται μέχρι σήμερα είναι το παραγάδι, η συρτή και τα δίχτυα που τα ρίχουν οι ψαράδες από μικρές βάρκες και καΐκια.

Οι αραμπατζήδες ήταν ιδιόκτητες μικρών δίτροχων ή τετράτροχων αμαξών που τα έσερναν βόδια ή άλογα. Στα τελευταία συμπεριλαμβάνονταν και μια γηγενής ράτσα, οι «Μυντιλήδες», μικρόσωμα άλογα με μεγάλη δύναμη και αντοχή, που εξαφανίστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα. Οι άμαξες (αραμπάδες) εξυπηρετούσαν τη μεταφορά προϊόντων και τη διακίνηση των κατοίκων από τις κωμοπόλεις της Λέσβου προς τη Μυτιλήνη και αντίστροφα. Οι αραμπάδες προϋπέθεταν την ύπαρξη ανοιχτών δρόμων, γι’ αυτό και δεν μπορούσαν να κινηθούν οπουδήποτε στο νησί. Η χρήση τους ξεκίνησε το 1875, οπότε ολοκληρώθηκε το πρώτο χερσαίο οδικό δίκτυο που συνέδεσε τις μεγάλες κωμοπόλεις της Λέσβου με τη Μυτιλήνη. Όμως στις δύσβατες και απομονωμένες περιοχές τη μετακίνηση ανθρώπων και εμπορευμάτων συνέχισαν να εξυπηρετούν οι αγωγιάτες με τα μουλάρια.Τους αραμπατζήδες διαδέχτηκαν οι αυτοκινητιστές, δηλαδή οι οδηγοί των πρώτων αυτοκινήτων που εμφανίστηκαν στη Λέσβο τη δεκαετία του 1930, συνδέοντας τη Μυτιλήνη με τους περισσότερους μεγάλους οικισμούς του νησιού. Τη δεκαετία του 1940 τα αυτοκίνητα περιορίστηκαν εξαιτίας του πολέμου, των επιτάξεων και της έλλειψης καυσίμων, για να εμφανιστούν και πάλι μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο, αντικαθιστώντας οριστικά πια τους αραμπάδες. Τα πρώτα αυτοκίνητα ήταν τα «φορτάκια» και οι «νταλίκες» που χρησίμευαν περισσότερο για τη διακίνηση επιβατών, παρά για τη μεταφορά φορτίων. Έπαιρναν 5 – 8 επιβάτες και η κίνησή τους ήταν ιδαίτερα δύσκολη εξαιτίας της κακής ποιότητας των χωμάτινων δρόμων και της ορεινής μορφολογίας του νησιού. Τους αυτοκινητιστές διαδέχτηκαν οι σημερινοί επαγγελματίες οδηγοί λεωφορείων και ταξί.

e311b5e7082adb78fc478d339dbed409 L - Αγωγιάτες της ΛέσβουΜέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα η παραγωγή μεταξιού ήταν εξαιρετικά διαδεδομένη και αποτελούσε κυρίως οικιακή απασχόληση των γυναικών. Τη μεταξωτή κλωστή τη χρησιμοπούσαν στο κέντημα και σε διάφορα υφαντά ενδύματα. Το μετάξι το έφτιαχναν οι γυναίκες στα σπίτια τους εκτρέφοντας μεταξοσκώληκες με φύλλα μουριάς. Την παραγωγή όμως της μεταξωτής κλωστής από τα κουκούλια του μεταξοσκώληκα αναλάμβαναν ειδικευμένες επαγγελματίες, οι ανελύτρες. Αυτές έβραζαν τα «κουκούλια» σε καζάνια με νερό μέχρι να μαλακώσουν, να λιώσει η κόλλα τους και να ξεχωρίσουν οι μεταξωτές κλωστές. Στη συνέχεια έπαιρναν ένα φουντωτό κλαδί («αστιβιά») και γυρίζοντάς το πάνω από τα κουκούλια μάζευαν το μετάξι, το οποίο άλλες γυναίκες τύλιγαν στην ανέμη. Από μια οκά κουκούλια έβγαινε μία οκά μετάξι. (βλ. Τραγέλλης Χρήστος, Περασμένα αλλά όχι ξεχασμένα. Παλιά επαγγέλματα της Καλλονής Λέσβου, Αθήνα, 1986, σσ. 71-73).Το επάγγελμα της ανελύτρας εξέλιπε όταν περιορίστηκε η οικιακή παραγωγή μεταξιού, λόγω μιας ασθένειας του μεταξοσκώληκα, αλλά και εξαιτίας της εισαγωγής έτοιμου μεταξιού από την Ανατολή και την Ευρώπη.

Ο ασβέστης χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως επίστρωμα στα σπίτια, στις αυλές, στα καλντερίμια και στις κρήνες. Οι ασβεστοποιοί έφτιαχναν τον ασβέστη στα ασβεστοκάμινα χρησιμοποιώντας ως καύσιμη ύλη τους πρίνους και τα κλαδιά της ελιάς, μετά την περίοδο του κλαδέματος. Τα ασβεστοκάμινα τα κατασκεύαζαν οι ίδιοι: άνοιγαν ένα μεγάλο λάκκο, έχτιζαν τα τοιχώματά του με «λιγδόπετρες» και συνέχιζαν προς τα πάνω με μαρμαρόπετρες και λάσπη. Τις μαρμαρόπετρες τις εξόρυσσαν από τα νταμάρια με τη βοήθεια λοστού ή βαριοπούλας. Η καύση μετέτρεπε τις μαρμαρόπετρες σε ασβέστη. Η φωτιά στο ασβεστοκάμινο ξεκινούσε τα ξημερώματα, ενώ η καύση έπρεπε να είναι συνεχής για ένα εικοσιτετράωρο, ώστε να ασβεστοποιηθεί η πέτρα. Μετά την καύση χρειαζόταν ακόμα μία μέρα για να κρυώσει το καμίνι. Στη συνέχεια τη διανομή του ασβέστη αναλάμβαναν οι αγωγιάτες, που κουβαλούσαν τον ασβέστη μέσα σε τρίχινα τσουβάλια. Ασβεστοποιοί υπήρχαν επιβεβαιωμένα στο Πλωμάρι και στην Αγιάσο, όπου είχαν και δικό τους σωματείο, το ισνάφι ή «ρουφέτι» των ασβεστάδων, με προστάτη ¶γιο τον Προφήτη Ηλία. Σήμερα δεν υπάρχουν πια ασβεστοποιοί, εφόσον ο ασβέστης παράγεται μαζικά από ειδικευμένες βιομηχανίες.

Αχθοφόροι υπήρχαν στην Μυτιλήνη, αλλά και στις κωμοπόλεις και στα χωριά της Λέσβου. Αναλάμβαναν τη μεταφορά προϊόντων και εμπορευμάτων. Η εργασία τους ήταν ιδιαίτερα επίπονη και οι μισθοί τους χαμηλοί, γι’ αυτό οι χαμάληδες ανήκαν συνήθως στα φτωχώτερα στρώματα του πληθυσμού. Στη Μυτιλήνη οι χαμάληδες ήταν οργανωμένοι σε μια πολυμελή αλλά φτωχή συντεχνία, που είχε καθιερώσει ετήσιο εορτασμό στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής στη Λαγκάδα. Τα έξοδα κάλυπταν οι έρανοι των μελών της. Οι χαμάληδες διεκπεραίωναν όλες τις μεταφορές στη στεριά, γι’ αυτό και ήταν απαραίτητοι στις αγορές, στα λιμάνια, στα εργοστάσια κ.ο.κ. Μία από τις κύριες ασχολίες τους ήταν η μεταφορά του λαδιού μέσα σε «τουλούμια» (σακιά από δέρμα προβάτου ή τράγου που κατασκεύαζαν οι «τουλουμτζήδες», από τα ελαιοτριβεία στις αποθήκες λαδιού ή στα σπίτια των παραγωγών.Από τις αρχές του 20ού αιώνα, μια ιδαίτερη κατηγορία αχθοφόρων αποτελούσαν οι «μεταφορείς» ή «φορτωτές ξηράς», που μετέφεραν τα βαρέλια με το ελαιόλαδο από τις αποθήκες λαδιού στα φορτηγά αυτοκίνητα και στα καράβια, ή εργάζονταν γενικότερα στις μεταφορές στα λιμάνια και τις μικρές Σκάλες της Λέσβου. Οι «φορτωτές ξηράς» ήταν οργανωμένοι σε τοπικά σωματεία στη Μυτιλήνη, στο Πλωμάρι, στην Καλλονή, στα Πάμφιλα, στην Παναγιούδα κ.ο.κ.

«Μπογιατζήδες» ονομάζονταν οι τεχνίτες που έβαφαν τα βαμβακερά προϊόντα της οικιακής υφαντουργίας και ιδιαίτερα τις βράκες. Η βράκα ήταν το κυριότερο αγροτικό λεσβιακό ένδυμα όλο τον 19ο αιώνα και μέχρι το 1950. Τις ύφαιναν οι γυναίκες στους αργαλειούς (κρεβατές) και στη συνέχεια τις παρέδιδαν στους μπογιατζήδες για να τις βάψουν σε ποικίλους χρωματισμούς, χρησιμοποιώντας φυσικές ύλες όπως βαλανίδι, θειϊκό σίδηρο (καραμπογιά) ή λουλάκι. Η διαδικασία του βαψίματος απαιτούσε μεγάλη τέχνη και εξειδικευμένη γνώση και περιελάμβανε πολλά στάδια: αστάρωμα, βάψιμο, στέγνωμα, κοπάνισμα και στίλβωμα. Οι μπογιατζήδες εργάζονταν όλο το χρόνο, ωστόσο η δουλειά τους ήταν ιδιαίτερα εντατική την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής, γιατί έπρεπε να βάψουν όλες τις νέες βράκες που, σύμφωνα με το έθιμο, επρόκειτο να φορεθούν για πρώτη φορά τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου, στη Δευτερανάσταση.

Οι βυρσοδέψες είναι οι τεχνίτες κατεργασίας του δέρματος. Η βιοτεχνία της βυρσοδεψείας (ταμπακαριό) αναπτύχθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Λέσβο, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη λεσβιακά δέρματα ή δέρματα που εισάγονταν από την Ελλάδα, την Ευρώπη, τη Νότιο Αμερική ή την Αφρική. Τα μεγαλύτερα βυρσοδεψεία (ταμπακαριά) της Λέσβου ήταν στη Μυτιλήνη (στη θέση «Ταμπάκικα» στο Βόρειο λιμάνι), στο Πλωμάρι, καθώς και στο Πέραμα της Γέρας, όπου στα τέλη του 19ου αιώνα χτίστηκε ένα από τα μεγαλύτερα βυρσοδεψεία των Βαλκανίων, το οποίο στη συνέχεια επεκτάθηκε και με την προσθήκη τμήματος παραγωγής δεψικών εκχυλισμάτων για ίδια χρήση, αλλά και για εξαγωγή. Τα βυρσοδεψεία χτίζονταν πάντα δίπλα στη θάλασσα απ’ όπου προμηθεύονταν νερό και αλάτι που ήταν απαραίτητα για την επεξεργασία των δερμάτων. Επιπλέον η Λέσβος διέθετε σε αφθονία πευκοφλοιό και βελανίδι, που τα χρησιμοποιούσαν ως πρώτη ύλη στη βαφή των δερμάτων. Μεγάλες ποσότητες βελανιδιού – η παραγωγή του οποίου επικεντρωνόταν στο δυτικό ορεινό και άγονο τμήμα της Λέσβου – εξάγονταν προς την Ιταλία, την Αγγλία και άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, από το 18ο ήδη αιώνα.Το 1913 λειτουργούσαν στη Λέσβο 20 μεγάλα βυρσοδεψεία, τα οποία το 1921 μειώθηκαν σε 14. Η φθίνουσα πορεία συνεχίστηκε τα μεταπολεμικά χρόνια μέχρι το 1990, οπότε σταμάτησε να λειτουργεί και το τελευταίο μεγάλο βυρσοδεψείο στο Πέραμα της Γέρας.

Οι γανωτζήδες ήταν συνήθως πλανόδιοι τεχνίτες που αναλάμβαναν το γαλβανισμό και το στίλβωμα των χάλκινων οικιακών σκευών, όπως τα ταψιά, τα καζάνια, τα κουτάλια,τα πηρούνια κλπ. Το «γάνωμα» έπρεπε να γίνεται συχνά για λόγους υγείας, κυρίως σε στα σκεύη που χρησιμοποιούσαν στο μαγείρεμα, οπότε οι γανωτζήδες είχαν δουλειά όλο το χρόνο. Σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι τεχνίτες στη Λέσβο, που απασχολούνται με τα εναπομείναντα χρηστικά χάλκινα σκεύη, εφόσον τα περισσότερα από αυτά έχουν αντικατασταθεί από εισαγόμενα ανοξείδωτα βιομηχανικά προϊόντα.

«Γουμαράδες» ονόμαζαν στη Λέσβο τους πλανόδιους εμπόρους που περιφέρονταν στα χωριά για να πουλήσουν «την πραμάτια» που κουβαλούσαν στους ώμους τους, ή τη φόρτωναν σε υποζύγια. Πολλοί ξυλοκόποι στο βόρειο μέρος του νησιού ήταν ταυτόχρονα και «γουμαράδες», φορτώνονταν δηλαδή το «γομάρι» (το φορτίο) στους ώμους και περιφέρονταν στις γειτονιές για να πουλήσουν ξύλα για τις σόμπες και τους φούρνους. Για τους «γουμαράδες» στην περιφέρεια του Μανταμάδου, οι Μ. Γιαννοπούλου και Σ. Δεμέστιχα αναφέρουν: «Οι αγγειοπλάστες του Μανταμάδου, προκειμένου να διαθέσουν τα προϊόντα τους στα γύρω χωριά του νησιού, τα προωθούσαν μέσω των «γουμαράδων» (< γόμος = φόρτωμα ζώου). Οι ‘γουμαράδες’ ήταν γυρολόγοι έμποροι ή και αγγειοπλάστες. Εκτός από τους κατοίκους του Μανταμάδου αυτή τη δουλειά έκαναν και έμποροι από τα γειτονικά χωριά Κάπη και Κλειού. Η μεταφορά γινόταν είτε με υποζύγια είτε στον ώμο του ίδιου του ‘γουμαρά’. ‘Γουμάρι’ ονομαζόταν ένα φορτίο: ένα ‘γουμάρι’ του ώμου απαρτιζόταν από 30 περίπου κουμάρια (πήλινες στάμνες), ενώ ένα ‘γουμάρι’ του ζώου από 40. Από τη δεκαετία του 1960 το επάγγελμα του ‘γουμαρά’ εξέλιπε, καθώς η ίδια η αγγειοπλαστική άρχισε να χάνει τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Οι αγγειοπλάστες πλέον διέθεταν οι ίδιοι την παραγωγή τους». (βλ. Γιαννοπούλου Μ. και Δεμέστιχα Σ., Τσκαλαριά. Τα εργαστήρια αγγειοπλαστικής της περιοχής Μανταμάδου Λέσβου, Κέντρο Μελέτης Νεώτερης Κεραμεικής – Κοινότητα Μανταμάδου, Αθήνα 1998, σελ. 72-73).

Η καλλιέργεια της ελιάς στη Λέσβο εξελίχτηκε σε μονοκαλλιέργεια στο ανατολικό και κεντρικό τμήμα του νησιού από το 18ο αιώνα. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε άρχισαν να χτίζονται τα πρώτα ατμοκίνητα ελαιοτριβεία, η επεξεργασία του ελαιοκάρπου για την παραγωγή λαδιού γινόταν στους ελαιόμυλους, που λειτουργούσαν χειροκίνητα ή με υποζύγια. Ελαιόμυλοι υπήρχαν πολλοί σε όλους τους οικισμούς των ελαιοπαραγωγικών περιοχών, αλλά η ποσότητα που μπορούσαν να επεξεργαστούν ήταν σχετικά μικρή. Αυτό είχε σαν συνέπεια την αποθήκευση του καρπού πριν από την επεξεργασία του και τη σχετική μείωση της ποιότητας του.Οι ελαιόμυλοι ανήκαν σε έναν ή περισσότερους ιδιοκτήτες που συνεταιρίζονταν μεταξύ τους και απασχολούσαν αρκετό εργατικό δυναμικό. Το άλογο γύριζε με μάγκανο τα «βόλια» για την άλεση της ελιάς και την υπόλοιπη εργασία διεκπεραίωναν τα εργατικά χέρια, ενώ τα χειροκίνητα πιεστήρια δούλευαν με τη βοήθεια ενός αδραχτιού (κοχλία). Οι ελαιομυλωνάδες είχαν ισχυρές και πολυμελείς συντεχνίες στα χωριά και τις κωμοπόλεις της Λέσβου. Μέχρι το 1912 οι Τούρκοι φορολογούσαν τους ελαιοπαραγωγούς σε είδος με το σύστημα της δεκάτης (δηλαδή έπαιρναν ως φόρο το 10% ή 12,5%) και ο έλεγχος της παραγωγής γινόταν στους ελαιόμυλους από τον φοροελεγκτή (μαμούρη). Πολλοί ελαιόμυλοι συνέχισαν να λειτουργούν παράλληλα με τα πρώτα βιομηχανικά ελαιοτριβεία και εγκαταλείφτηκαν οριστικά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.Τα πρώτα ατμοκίνητα ελαιοτριβεία («μηχανές») χτίστηκαν τη δεκαετία του 1870 στη Λέσβο, ενώ ο αριθμός τους αυξανόταν συνεχώς μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα. Η βιομηχανία του ατμού στον τομέα αυτό επέτρεπε την άλεση μεγάλης ποσότητας ελαιοκάρπου και την ταχύρρυθμη παραγωγή ελαιόλαδου πολύ καλής ποιότητας. Τα ελαιοτριβεία χτίστηκαν με κεφάλαια λέσβιων εμποροκτηματιών και γαιοκτημόνων και αποτελούσαν ιδιαίτερα προσοδοφόρες επιχειρήσεις. Από τη δεκαετία του 1920 άρχισαν να χτίζονται και πολλά συνεταιριστικά ελαιοτριβεία. Οι περισσότερες λεσβιακές βιομηχανίες προμηθεύονταν τα μηχανήματα των ελαιοτριβείων από την Αγγλία, ή, μέχρι το 1922, από το εργοστάσιο του Έλληνα Ισηγόνη, στη Σμύρνη.Στα ατμοκίνητα ελαιοτριβεία απασχολούνταν αρκετοί ειδικευμένοι εργάτες (μηχανικοί, μπασκιτζήδες, θερμαστές, ζυγιστές, πετράδες για το σύστημα των ελαιόμυλων, δέτες για τους σάκους, αχθοφόροι), ενώ άμεσα συνυφασμένη με τη βιομηχανία αυτή ήταν και η κατασκευή των ελαιοπάνων, που αναλάμβαναν οι «τσουρχανάδες» ή «κλωσταριά». Τα ατμοκίνητα ελαιοτριβεία περιορίστηκαν πολύ τα μεταπολεμικά χρόνια, εξαιτίας της παρακμής της αγροτικής οικονομίας, ενώ από τη δεκαετία του 1970, τα εναπομείναντα ελαιοτριβεία – τα περισσότερα εκ των οποίων είναι συνεταιριστικά – άρχισαν να μετατρέπονται σε σύγχρονα ηλεκτροκίνητα και φυγοκεντρικά, που απασχολούν ελάχιστο εργατικό δυναμικό.

Τα ελαιόπανα, που επονομάζονταν και «τουρβάδες», τα κατασκεύαζαν μικρές βιοτεχνίες, οι «τσουρχανάδες» ή «κλωσταριά», με πρώτη ύλη την κατσικίσια τρίχα. Στους «τσουρχανάδες» δούλευαν κυρίως εργάτριες, που έφτιαχαν με την τρίχα του κατσικιού – το «καζίλι» – τα ελαιόπανα στους αργαλειούς (κρεβατές). Οι «τσουρχανάδες» προμήθευαν με ελαιόπανα τόσο τους παλιούς ελαιόμυλους όσο και τα υδραυλικά πιεστήρια των ατμοκίνητων ελαιοτριβείων. Η βιοτεχνία των ελαιοπάνων άκμασε ιδιαίτερα στην Αγιάσο. Στη συνοικία Σταυρί υπήρχαν πολυάριθμοι «τσουρχανάδες», που απασχολούσαν σημαντικό εργατικό δυναμικό μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960, οπότε η βιοτεχνία αυτή άρχισε να παρακμάζει λόγω της αντικατάστασης των ατμοκίνητων ελαιοτριβείων από σύγχρονα ηλεκτροκίνητα εργοστάσια.Ο τέως Πρόεδρος του Αναγνωστηρίου Αγιάσου, Πάνος Πράτσος, ασχολήθηκε για ένα διάστημα με το εμπόριο των ελαιοπάνων, για το οποίο αναφέρει: «Στην Αγιάσο υπήρχε παλιά η βιοτεχνία των ελαιοπάνων, η οποία τροφοδοτούσε όλη την Ελλάδα. Τουρβάδες τα ονομάζαμε. Τα έδενε ο μάστορας με το σκοινί και τα στοίβαζε στο υδραυλικό πιεστήριο. Συνήθως 55-60 ελαιόπανα, ανάλογα με το μέγεθος του πιεστηρίου. Τα ελαιόπανα είναι από αιγότριχα Χαλκιδικής. Την έκανα κι εγώ ως επιχείρηση μια φορά, ο πατέρας μου ασχολείτο με το ελιοεμπόριο κι έκανε κι αυτή τη δουλειά […] Υπήρχε μεγάλη βιοτεχνία, αλλά δεν ήξερε ο ένας τους πελάτες του άλλου που τα έστελνε. Εδώ εμείς κάναμε μια χρονιά, ως εμπόριο τα κάναμε αυτά, κάναμε ένα στοκ, π.χ. διαθέσαμε ορισμένα κεφάλαια και κάναμε ελαιόπανα. Αυτά ήταν όπως είχες χρυσό τότε. Το 1948 κάναμε ένα στοκ μεγάλο και δεν μπορούσαμε, πού να τα πουλήσουμε; Αναγκαστήκαμε και βάλαμε ένα συνέταιρο από τους παλιούς με 35 % χωρίς κεφάλαια, να μας τα πουλήσει. Αυτός μπήκε στην εταιρεία για να πουλήσει το στοκ που είχαμε. Μπήκε μονάχα με τον όρο ότι δε θα δούμε εμείς τους πελάτες του. […] Παίρνω το βαλιτσάκι μου και τραβάω στο κεντρικό που πουλούσαμε τις πυρήνες. Από εκεί μου δίνει τις συστάσεις της Θεσσαλίας, της Κρήτης. Ό,τι κάναν σε 40-50 χρόνια, το έκανα εγώ σε 15 μέρες. Τα πούλησα όλα και αυτός πήρε το μερίδιό του […] Εγώ σταμάτησα το 1967 τα ελαιόπανα. Μόλις βγήκαν τα φυγοκεντρικά τα ελαιοτριβεία σταματήσαν. Κατεστράφη μια μεγάλη βιοτεχνία»Μαρτυρία του Μενέλαου Καμάτσου από την Αγιάσο.Μενέλαος Καμάτσος – Κατασκευαστής ελαιοπάνων από την Αγιάσο ΛέσβουΟ Μενέλαος Καμάτσος γεννήθηκε το 1912 στην Αγιάσο της Λέσβου. Την περίοδο της Γερμανικής κατοχής συμμετείχε ενεργά στην απελευθερωτική δράση του Ε.Α.Μ. Το 1949 μετανάστευσε στην Αργεντινή όπου διέμεινε 2 χρόνια και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αγιάσο. Για ένα χρονικό διάστημα απασχολήθηκε στη βιοτεχνία ελαιοπάνων, για την οποία αναφέρει:»Είχα βιοτεχνία, βγάζαμε πανιά. Καμιά εικοσάδα βιοτεχνίες ήταν στην Αγιάσο, κάπου 400 άτομα δουλεύαν. Τώρα δεν υπάρχει κανένας, βγάλαν τα αυτόματα τα εργοστάσια τώρα. Είχε δυο τρία κλωσταριά εδώ στο Σταυρί, άμα τραγουδούσαν οι γυναίκες ήταν!…Επί ανταρτοπολέμου πήγαινα μέχρι τα σύνορα, αγόραζα κατσικότριχες. Στη Δράμα, στα βουλγαρικά σύνορα. Με τα καΐκια. Φόρτωνα λάδια από δω, τα πουλούσα εκει. Είχαμε μια παρέα, 4-5 νομάτοι ήμασταν, δεν ήμουν μοναχός μου κι επειδής ήμουν εγώ ο πιο νέος, είχα αναλάβει εγώ αυτή την υπηρεσία. Από τσελιγκάδες έπαιρνα την τρίχα, είχε και μαγαζιά που την κάναν, Εβραίοι, στη Δράμα, στην Καβάλα, στην Ξάνθη, Κομοτηνή το ’30. Ναυλώναμε καράβια. Ένα φίλο Πλωμαρίτη είχα καλόν, καπετάνιο. Μ’ αυτόν πήγαμε στο Πλωμάρι, είχαμε λάδια, σαπούνια φορτωμένα, πολλά πράγματα, τα πήγαμε στις Κυκλάδες. Λάδια πηγαίναμε παντού, όπου δεν είχε, Κυκλάδες, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη.Μετά τον πόλεμο αρχίσαμε πάλι τα ταξίδια, από το ’43-’44. Δίναμε πανιά στα εργοστάσια με το λάδι, και το λάδι έπρεπε να το κάνουμε παράδες μετά για να το ανταλλάξουμε με άλλα πράγματα, κι ανάλαβα εγώ αυτή τη δουλειά. Τίποτα δεν είχε τότε εδώ, αφού ήταν κατοχή, μόλις φύγαν οι Γερμανοί. Τίποτα δεν είχε. Οι παράδες μέχρι το ’49, ήταν αμφιταλαντευόμενοι, δεν τους παίρναν γιατί ήταν μια αστάθεια. Μέχρι το ’50 κάναμε ανταλλαγή σε είδος. Αυτή ήταν η κατάσταση.Πανιά δίναμε σε όλους, αλλά (κάναμε ανταλλαγή) με λάδια, παντού όπου είχε ελαιώνα: Παράκοιλα, Ερεσός, Σκαλοχώρι, Φίλια, Ανεμώτια, Πλωμάρια, παντού, όπου είχε ελιές δίναμε πανί με το λάδι, και το φορτώναμε πάλι το λάδι και το πηγαίναμε απάνω και παίρναμε πάλι τρίχες. Στέλναμε ελαιόπανα και σ’ όλη την Ελλάδα, μέχρι την Κέρκυρα, Κρήτη, Πελοπόννησο, Κύθηρα, Αιγαίο, παντού, όπου είχε ελιές».(Η μαρτυρία του Μενέλαου Καμάτσου βασίστηκε σε συνέντευξη του ερευνητικού προγράμματος «Κιβωτός του Αιγαίου» τον Μάιο του 1996 στην Αγιάσο).
Πηγή παγκόσμια εγκυκλοπαίδεια ψαρέματος

Share