Ο ελεύθερος δύτης, ακόμα και στο υποβρύχιο ψάρεμα, περνάει το 95% του χρόνου μίας εξόρμησης του στην επιφάνεια της θάλασσας. Εκεί ο περισσότερος χρόνος της παραμονής στο νερό καταναλώνεται στην κολύμβηση, δηλαδή στην επιφάνεια, στην ξεκούραση ανάμεσα στις βουτιές κ.ά.

126.itemImg.496.disp  - Οικονομήστε δυνάμεις ανάμεσα στις ελεύθερες καταδύσειςΟ ελεύθερος δύτης, ακόμα και στο υποβρύχιο ψάρεμα, περνάει το 95% του χρόνου μίας εξόρμησης του στην επιφάνεια της θάλασσας. Εκεί ο περισσότερος χρόνος της παραμονής στο νερό καταναλώνεται στην κολύμβηση, δηλαδή στην επιφάνεια, στην ξεκούραση ανάμεσα στις βουτιές κ.ά. Γίνεται λοιπόν εύκολα αντιληπτό πόση ιδιαίτερη αξία έχει η ολοκληρωμένη τεχνική κολύμβησης σε συνδυασμό με την καλή φυσική κατάσταση του ατόμου, που μπαίνει στο νερό για να κολυμπήσει μία μεγάλη απόσταση ή και για να καταδύεται συχνά διανύοντας την όπως στο υποβρύχιο ψάρεμα.
Η θάλασσα επιφυλάσσει εκπλήξεις, απρόοπτους παράγοντες, όπως έντονο κυματισμό ξαφνικά ή δυνατό επιφανειακό ρεύμα κλπ. Σε τέτοιες συνθήκες μόνο ένας άριστος, κολυμβητής και σε καλή φόρμα θα ανταπεξέλθει χωρίς να κινδυνεύσει. Είναι όμως και η ίδια τεχνική της ελεύθερης κατάδυσης και του ψαροτούφεκου που απαιτούν το άτομο που καταδύεται να είναι ξεκούραστο, σε κατάσταση ηρεμίας και αυτοσυγκέντρωσης. Ένας κακός κολυμβητής που ξοδεύει όλες τους τις δυνάμεις στην επιφάνεια, που δεν μπορεί να σταθεί για λίγο χωρίς να είναι λαχανιασμένος ή που πανικοβάλλεται με την παραμικρή επιπλέον δυσκολία κίνησης στην επιφάνεια (από κυματισμό κλπ.) δεν είναι σε θέση να βουτήξει σωστά και με ασφάλεια. Στην καλύτερη περίπτωση οδηγείται γρήγορα σε εξάντληση και σε υποθερμία και αναγκάζεται να βγει από το νερό. Η κολυμβητική τεχνική πρέπει να γίνεται κτήμα του αρχάριου ελεύθερου δύτη από νωρίς, ώστε να μπορεί να αισθάνεται αυτοπεποίθηση στην επιφάνεια, να εμπιστεύεται τις δυνάμεις του και να μπορεί να προχωρήσει ξένοιαστα σε ελεύθερες καταδύσεις, έχοντας εξοικειωθεί με την πλεύση του στο νερό.

maxresdefault 1 1024x576 - Οικονομήστε δυνάμεις ανάμεσα στις ελεύθερες καταδύσειςΗ επιφανειακή κολύμβηση του ελεύθερου δύτη δεν έχει καμία ομοιότητα με την γνωστή κολύμβηση της θάλασσας. Εδώ ισχύουν ειδικοί κανόνες και τεχνικές. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι οι εξής:
Ο ελεύθερος δύτης χρησιμοποιεί την κολύμβηση στην επιφάνεια για απλή μετακίνηση η οποία πρέπει να είναι όσο το δυνατό λιγότερο κουραστική, δηλαδή να κολυμπάει με τη μικρότερη απώλεια δυνάμεων. Στόχος του δεν είναι να κινηθεί γρήγορα, αλλά να φτάσει σε άλλο σημείο της επιφάνειας ξεκούραστος και έτοιμος για βουτιά.
Ο ελεύθερος δύτης φοράει ολόσωμη στολή και εφόσον ψαρεύει κρατάει στα χέρια του ψαροτούφεκο ή και ένα μικρό φακό. Επίσης η στολή (το σακάκι) δεν επιτρέπει την κίνηση των χεριών ακόμα και αν είναι ελεύθερα, διότι προκαλείται μεγάλη απώλεια θερμότητας ή χάνονται πολύτιμες δυνάμεις, καθώς τα μανίκια εμποδίζουν την κολυμβητική κίνηση των χεριών. Γι’ αυτό η κολύμβηση γίνεται μόνο με τις κινήσεις των ποδιών.
τον υποβρύχιο κυνηγό τον ενδιαφέρει να κινείται όσο γίνεται πιο αθόρυβα. Αυτό απαιτεί μία «υποβρύχια» (κάτω από την επιφάνεια) κίνηση των ποδιών και των πτερυγίων.
Ο χαρακτηριστικός θόρυβος από το «τσαλαβούτημα» των πτερυγίων στην επιφάνεια ή ξενέρισμα των πτερυγίων, όπως λέγεται, πανικοβάλει τα ψάρια, καθώς ο ήχος μεταδίδεται με πολλαπλή ταχύτητα και ένταση στο νερό. Αυτό που ο κολυμβητής ακούει σαν «σπλατς – σπλουτς», είναι για τα ψάρια φοβερός ήχος
Το κολύμπι λοιπόν του ελεύθερου δύτη . Γίνεται μόνο με τις κινήσεις των ποδιών.Πρέπει να έχει τον μικρότερο δυνατό κόπο.Πρέπει να γίνεται αθόρυβα, δηλαδή λίγο κάτω από την επιφάνεια .

spearfishing champion Joseb2 300x166 - Οικονομήστε δυνάμεις ανάμεσα στις ελεύθερες καταδύσειςΗ ολόσωμη στολή ακόμα και με αρκετά βάρη στη ζώνη δίνει θετική πλευστότητα στην επιφάνεια. Αυτό είναι απαραίτητο πάντως για άνετο και πολύωρο κολύμπι, έστω και στον χαλαρό ρυθμό του ελεύθερου δύτη. Η αυξημένη άνωση βοηθάει πολύ στο ξεκούραστο κολύμπι, αλλά δυσκολεύει στις βουτιές, οπότε δεν είναι σωστό να το παρακάνουμε. Ένας απλός τρόπος ελέγχου της θετικής πλευστότητας είναι να σταθεί κάθετα στο νερό το άτομο ακίνητο κρατώντας μία μεσαία εισπνοή. Αν το κεφάλι μένει έξω από το νερό σ’ αυτή την όρθια στάση (με τα χέρια κλειστά στη μέση) τότε έχουμε αρκετά θετική πλευστότητα, για άνετη κολύμβηση. Η θέση των χεριών στο επιφανειακό κολύμπι είναι να βρίσκονται σε αδράνεια κατά μήκος του σώματος (προς τα πίσω) ώστε να έχουμε υδροδυναμικό σχήμα.
Ο υποβρύχιος κυνηγός κρατά και το ψαροτούφεκο από τη λαβή αφήνοντας το οριζόντιο προς τα πίσω, όταν κάνει μία σημαντική διαδρομή.
Σε μικρότερες αποστάσεις το όπλο μπορεί να ακουμπά στο σώμα κατά μήκος τους χεριού, στοχεύοντας μπροστά (τότε κρατιέται από το σωλήνα ή το πάνω μέρος της λαβής) ενώ το χέρι που κρατά το όπλο είναι χαλαρό και όχι λυγισμένο στον αγκώνα.
syndyasmos texnikon 279x300 - Οικονομήστε δυνάμεις ανάμεσα στις ελεύθερες καταδύσειςΤο κεφάλι συνήθως σηκώνεται ελαφρά (ειδικά στο υποβρύχιο ψάρεμα), ώστε να κοιτάμε διαγώνια μπροστά μας και όχι κάθετα προς το βυθό. Αυτή η στάση είναι αρκετά κουραστική για το σβέρκο και γίνεται επώδυνη όταν κρατάμε το κεφάλι τόσο σηκωμένο, ώστε να κοιτάμε με τη μάσκα οριζόντια μπροστά στην επιφάνεια. Γι’ αυτό οι μάσκες με μεγάλο οπτικό πεδίο στο πάνω μέρος τους βοηθούν να μην σηκώνεται ψηλά στο κεφάλι και να είναι έτσι πιο ξεκούραστη η κολύμβηση. Αφού επιλέξουμε την κλίση του κεφαλιού και της μάσκας σε σχέση με την επιφάνεια ρυθμίζουμε την κλίση του αναπνευστήρα: τον τοποθετούμε κάτω από το λουράκι της μάσκας (όπου κρατιέται πιο σταθερός) και κάθετα προς την επιφάνεια αλλά και λίγο διαγώνια προς τα πίσω (ώστε να μην καταπίνουμε θάλασσα σε κυματισμό). Όταν σταματήσουμε και κοιτάξουμε κάθετα προς το βυθό ο αναπνευστήρας θα βρεθεί από λίγο διαγώνιος σε κάθετη θέση προς το νερό. Προσέχουμε επίσης να εφαρμόσει σωστά το επιστόμιο του στο στόμα και να έρθει όλος ο σωλήνας στη σωστή ανατομική θέση. Ένας άσχημα τοποθετημένος αναπνευστήρας θα αναγκάσει σε συνεχείς στάσεις, θα ενοχλεί στα ούλα και το στόμα ή θα Βάζει συνεχώς νερά. Τα πολλά βάρη στη ζώνη (π.χ. κατά τον χειμώνα) δυσκολεύουν ιδιαίτερα στην κολύμβηση και δημιουργούν πρόβλημα στη μέση, σε
αυξημένη παραμονή στο νερό. Είναι ένας λόγος να μην το παρακάνει κανείς σε πάχος νεοπρέν της στολής του, ρυθμίζοντας άλλες λεπτομέρειες (στεγανότητα, καλή εφαρμογή, άριστο σε μόνωση υλικό κ.λπ.) που προσφέρουν ζεστασιά στο κρύο νερό.

Η προώθηση του σώματος στην κολύμβηση μόνο με τις κινήσεις των ποδιών και πτερυγίων στηρίζεται σε μία αρχή της φυσικής. Τα πόδια ανοίγουν και κλείνουν εναλλάξ σε αντίθετο ρυθμό ώστε όταν το ένα είναι πάνω, το άλλο να βρίσκεται κάτω. Αυτή η κίνηση υποχρεώνει τα πτερύγια να ασκήσουν δύναμη διαγωνίως και προς τα πίσω στην μάζα του νερού. Η συνισταμένη της αντίθετης δύναμης από το νερό στα πτερύγια ωθεί το σώμα του κολυμβητή προς τα εμπρός. Τα σύγχρονα πτερύγια της ελεύθερης κατάδυσης είναι έτσι σχεδιασμένα ώστε να εξασφαλίζουν μεγάλη μετατρεψιμότητα του δαπανόμενου από τον δύτη έργου κίνησης των ποδιών σε προωθητικό έργο των πτερυγίων (μικρή απώλεια ενέργειας σε τριβές κ.λπ.). Παράλληλα γίνεται προσπάθεια τα πτερύγια αυτά να προσφέρουν στο χρήστη τους ώθηση με το ελάχιστο δυνατό δαπανόμενο έργο από τον ίδιο. Π.χ. αυτό που λέγεται «ικανότητα ελαστικής επαναφοράς της λεπίδας» σημαίνει ότι ο δύτης δαπανά ενέργεια στο λύγισμα της λεπίδας αλλά αυτή επανέρχεται σχεδόν μόνη της πίσω (λόγω υλικού, νευρώσεων κ.λπ.) οπότε ο κολυμβητής κάνει οικονομία ενέργειας (διπλάσια σχεδόν ώθηση με τα πόδια να ξοδεύουν ενέργεια κυρίως στο λύγισμα και όχι στην επαναφορά της λεπίδας).
1 - Οικονομήστε δυνάμεις ανάμεσα στις ελεύθερες καταδύσειςΣτο επιφανειακό κολύμπι υπάρχει ένας σημαντικός περιορισμός σε σχέση με τις κινήσεις της βουτιάς. Εδώ τα πόδια ανοίγουν σε μικρή γωνία και γενικά τόσο ώστε να μην ξενερίσει το πόδι που σηκώνεται προς την επιφάνεια. Επίσης ο ρυθμός κίνησης είναι αργός ώστε να λυγίζουν αρκετά οι μακριές λεπίδες. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ώθηση είναι μικρή. Το αντίθετο είναι αυτό που συμβαίνει: με αραιές κινήσεις των πτερυγίων ο κολυμβητής αποκτά μεγάλη ταχύτητα. Αν τα πτερύγια ήταν κοντά θα χρειαζόντουσαν πολύ πιο γρήγορες κινήσεις των ποδιών και μεγάλη δαπάνη έργου για την ίδια ταχύτητα. Ένα δεύτερο σημείο διαφοράς από τις κινήσεις της κατάδυσης είναι κάτι που γίνεται για δύο λόγους: ώστε να αποφευχθεί το «πλατσούρισμα» των πτερυγίων στην επιφάνεια και
για να κερδηθεί ώθηση και να γίνει πιο ξεκούραστο το κολύμπι (ειδικά με πτερύγια απόδοσης στην ελεύθερη κατάδυση που είναι «δύσκολα» στη μικρή γωνία κίνησης στην επιφάνεια). Αυτό που κάνουμε συνήθως είναι ένα γονάτισμα του ποδιού, αφού τεντώνεται προς τα κάτω και ωθεί με το λύγισμα της λεπίδας. Δηλαδή το πόδι διπλώνεται σε μεγάλη γωνία στο γόνατο και τεντώνεται προς τα κάτω και ωθεί με το λύγισμα της λεπίδας. Με αυτό τον τρόπο τα πόδια από τον μηρό ως τον αστράγαλο, ωθούν μόνο προς μια κατεύθυνση (όχι και στην επιστροφή τους αφού λυγίζουν στο γόνατο) αλλά καθώς γονατίζουν μετά, σε αυτό το «ποδηλατικό» στυλ, οι ομάδες των μυών χαλαρώνουν πριν την επόμενη κίνηση, όπου θα τεντωθεί πάλι το πόδι. Αυτό το στυλ ακολουθεί το ρυθμό: κίνηση του αριστερού ποδιού τεντωμένου προς τα κάτω – επαναφορά με λύγισμα του στο γόνατο – τέντωμα πάλι και κίνηση προς τα κάτω και αντίστροφα για το δεξί. Στη βουτιά αυτό το στυλ δεν χρησιμοποιείται παρά μόνο σε πολύ «κουρασμένα» ή απροπόνητα πόδια καθώς η γωνία κίνησης είναι μεγάλη και η ευκολία κίνησης επίσης πολύ καλύτερη.

Ο ελεύθερος δύτης αφού εξοικειωθεί με τον εξοπλισμό του και τα μυστικά της κολύμβησης χρειάζεται να ανακαλύψει τον δικό του τρόπο κίνησης στο νερό, ειδικά μάλιστα τον ρυθμό των κινήσεων του και της αναπνοής του. Ο κατάλληλος ρυθμός κίνησης στην επιφάνεια είναι ατομικό ζήτημα, επειδή προσαρμόζεται πάντα στη φυσική κατάσταση, τις δυνάμεις, το μεταβολισμό και τις απαιτήσεις του συγκεκριμένου ατόμου στο νερό. Γενικά, σαν σωστό ρυθμό θεωρούμε την κίνηση κολύμβησης που μπορεί να εκτελεσθεί για τουλάχιστον δύο ώρες με τις μικρότερες δυνατές απώλειες ενέργειας και την ελάχιστη δυνατή κούραση στα πόδια και το σώμα. Ο ρυθμός αυτός όταν διακοπεί, για να ακολουθήσει βουτιά, επιτρέπει στο δύτη να καταδυθεί όντας σε φυσιολογική κατάσταση και όχι σε μειωμένη αντοχή λόγω εξάντλησης από την κολύμβηση. Με άλλα λόγια ο ρυθμός της κίνησης μας πρέπει να είναι κάτω από το μισό του μέγιστου δυνατού ρυθμού μας, ώστε οι κινήσεις να εκτελούνται με άνεση, χωρίς ιδιαίτερο κόπο και σχεδόν «ενστικτωδώς» ρυθμιζόμενος, ώστε να είναι σταθερός. Ένας ρυθμός κίνησης εντατικός οδηγεί γρήγορα σε ταχυπαλμία και αύξηση του αναπνευστικού ρυθμού και του «βάθους» της αναπνοής. Πρόκειται για ανεπιθύμητο λαχάνιασμα, διότι σ’αυτή την κατάσταση δεν επιτρέπεται για αρκετά λεπτά να γίνει Βουτιά, ενώ υποχρεώνει στην παύση και της κολύμβησης πολύ σύντομα. Αντίθετα ένας χαλαρός, υποτονικός σχεδόν, ρυθμός κίνησης, εγγυάται την καλή φόρμα του οργανισμού, όταν θα εκτελεστεί η βουτιά. Από εκεί και έπειτα είναι θέμα επιλογής του κάθε ατόμου να βρει την προσωπική του «ταχύτητα» στο νερό και τα όρια της αύξησης της, με βάση την φυσική του κατάσταση. Αυτό που τελικά ενδιαφέρει είναι να φτάσει το ελεύθερος δύτης να κινείται «μηχανικά», «ενστικτωδώς» με το σωστό ρυθμό, χωρίς να τον απασχολεί στις πορείες του μεταξύ δύο καταδύσεων, το πόσο γρήγορα ή αργά κινείται.

Στην επιφανειακή  κολύμβηση  του ελεύθερου δύτη ο αναπνευστήρας και η αυξημένη ζήτηση οξυγόνου από τον οργανισμό, που βρίσκεται σε ένα «κολυμβητικό μαραθώνιο», οδηγούν, χωρίς να το αντιληφθεί κανείς άμεσα, σε μεγάλο «βάθος» αναπνοής   (δηλαδή  σε   υπεραερισμό,  εφόσον διαρκεί για πολλές αναπνοές). Ο αναπνευστήρας διευκολύνει το δύτη να αναπνέει εύκολα ποσότητες αέρα μεγαλύτερες από το κανονικό, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Παράλληλα το ίδιο το σώμα έχει, στην κολυμβητική προσπάθεια, αυξημένες ανάγκες σε οξυγόνο (δηλαδή σε αέρα), λόγω του συνεχόμενου μυϊκού έργου. Η τάση λοιπόν που εμφανίζεται για αυξημένο «βάθος» αναπνοής είναι φυσιολογική. Πρόκειται για ένα φυσιολογικό υπεραερισμό που «ζητάει» ο οργανισμός για να καλύψει ευκολότερα τις ανάγκες του σε πρόσληψη οξυγόνου και αποβολή διοξειδίου του άνθρακα, όπως φυσιολογικό είναι π.χ. το λαχάνιασμα μετά από έντονο τρέξιμο. Το πρόβλημα είναι ότι αν φτάσει ο δύτης να υπεραερίζει, σαν λαχανιασμένος, από την κολύμβηση, δεν του επιτρέπεται τότε να καταδυθεί για αρκετά λεπτά, έως ότου η κατάσταση του (αναπνευστική και αιματολογική-Βιοχημική) επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα. Αυτός είναι ο πρώτος λόγος για τον οποίο αποφεύγουμε τους «βαθείς» αναπνευστικούς κύκλους στην κολύμβηση. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι εφόσον κάποιος συνεχίσει να αναπνέει πολύ βαθιά για αρκετά λεπτά καθώς κολυμπάει ή βρίσκεται ακίνητος θα οδηγηθεί σε μία κατάσταση που λέγεται υποκαπνία, με συμπτώματα το έντονο μούδιασμα των άκρων και τη ζάλη, ενώ, αν συνεχίσει, θα διαταραχθεί και η οξεοβασική ισορροπία του αίματος, με πιο σοβαρές επιπτώσεις. Επομένως (και κυρίως για την αποφυγή μίας υποξίας σε βουτιά που γίνεται μετά από ηθελημένο ή ασυναίσθητο υπεραερισμό στην κολύμβηση), ελέγχουμε πάντα τον ρυθμό της αναπνοής στην επιφανειακή κολύμβηση, ώστε να είναι η φυσιολογική με κανονικό ρυθμό και βάθος εισπνοών-εκπνοών. Το να συνηθίσει ένα άτομο να υπεραερίζει καθώς κολυμπάει διότι έτσι αυξάνει ή νομίζει πως αυξάνει τις επιδόσεις του στην επιφάνεια είναι μέγιστο σφάλμα και απαράδεκτο για έναν ελεύθερο δύτη που ενδιαφέρεται στοιχειωδώς για την ασφάλεια του. Αν λαχανιάζουμε στην επιφάνεια αυτό συμβαίνει λόγω κακής φυσικής κατάστασης ή και κακού εξοπλισμού. Το πρόβλημα φυσικά δεν λύνεται με βαθιές αναπνοές, αλλά με γυμναστική και με καλύτερη επιλογή εξοπλισμού, όπως τα πτερύγια.

39.itemImg.128.disp  300x225 - Οικονομήστε δυνάμεις ανάμεσα στις ελεύθερες καταδύσεις

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Παράλληλα τι πιο λογικό από το να μειώσει κάποιος τον ρυθμό κίνησης του στην επιφάνεια, ώστε να μην αισθάνεται και την ανάγκη βαθιών αναπνοών και να μην απειλείται από εξάντληση. Οι «ρηχές» ή πολύ αραιές αναπνοές στην επιφάνεια είναι εξίσου επικίνδυνες όταν συνηθίσει κάποιος να αναπνέει έτσι. Πολλοί φτάνουν στο σημείο να κάνουν, ασυναίσθητα, ακόμα και άπνοιες στην κολύμβηση, κρατώντας δηλαδή, κάθε τόσο, την αναπνοή τους, κυρίως από νευρικότητα (π.χ. εντυπωσιασμένοι από το θέμα στο βυθό ή ανήσυχος από τις συνθήκες που επικρατούν). Αποτέλεσμα αυτής της συνήθειας (που είναι το αντίθετο του υπεραερισμού κατά την κολύμβηση) είναι η εύκολη και γρήγορη κατάληξη σε δυσφορία, σε εξάντληση, σε μυϊκή κόπωση (π.χ. στα πόδια) και σε κράμπες. Παράλληλα, ο αραιός ρυθμός αναπνοής επειδή οδηγεί σε υπερκαπνία  τον οργανισμό, θα προκαλέσει τελικά λαχάνιασμα, αίσθηση ανεπάρκειας αναπνεύσιμου αέρα και έντονο άγχος. Σε συνδυασμό με άλλους αρνητικούς στρεσογόνους παράγοντες, όπως ο κυματισμός, απειλείται τότε ο δύτης ακόμα και με πανικό. Είναι ευνόητο επίσης ότι κάτω από μία παρόμοια κατάσταση και με μοναδική αιτία τον απρόσεκτο ρυθμό αναπνοής ένα άτομο δεν επιτρέπεται και δεν έχει και τη διάθεση να καταδυθεί, έως ότου συνέλθει και ηρεμήσει.
Η προσεκτική αναπνοή στην επιφάνεια γίνεται γρήγορα συνήθεια και αποτελεί από εκείνο το σημείο και μετά, μία «κεκτημένη» τεχνική αναπνοής, που χρησιμοποιείται από το δύτη σαν μέτρο της ασφάλειας του και σαν τρόπος αύξησης της αντοχής του και των επιδόσεων του, μέσα στο νερό.

Share