207 - Οι ρέγγεςΧρήσιμες και ενδιαφέρουσες μελέτες έχουν γίνει πάνω στη μετανάστευση των ρεγγών έχοντας σαν βάση την εκμετάλλευση αυτού του σπουδαίου αποθέματος που προσφέρει η θάλασσα.
Οι ψαράδες του βορρά, ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος απ’ αυτούς, πίστευαν και πιστεύουν ακόμη ότι πολλές ποικιλίες αυτού του είδους ζουν σε θάλασσες πιο ζεστές καθώς και στις βόρειες θάλασσες. Μια αποτελεσματική μελέτη πάνω στ η μετανάστευση των ρεγγών, στην αρχή φαινόταν πολύ προβληματική για τον κίνδυνο που παρουσιαζόταν να μπλεχτούν τα διάφορα είδη, πράγμα που θα προκαλούσε λάθη στον υπολογισμό του μεταναστευτικού ταξιδιού.
Πράγματι, στη πρακτική εξάσκηση της επαγγελματικής αλιείας, για πολύ καιρό βασίστηκαν στην πείρα των ψαράδων, οι οποίοι, καθόρισαν τις εποχές στις οποίες μπορούσαν να ψαρέψουν μεγάλες ποσότητες ρεγγών, ανεξάρτητα από είδη, σε διάφορες περιοχές, για τις οποίες θα μιλήσουμε στη συνέχεια. Αυτή η εμπειρία πολλές φορές αποδείχθηκε ανακριβής, γιατί δεν έπαιρνε υπ’ όψη τα αποτελέσματα των μελετών που είχαν γίνει για τα διάφορα είδη ρέγγας.
Μπορούμε να πούμε, πως η αλιεία της ρέγγας αρχίζει από τον βορρά και συνεχίζεται προς το νότο για μια περίοδο περίπου έξι μηνών. Η αρχή του ψαρέματος γίνεται γύρω στο μήνα Ιούνιο στη βόρειο θάλασσα. Τα αλιευτικά που ασχολούνται με το ψάρεμα της ρέγγας, οδηγημένα από πληρώματα πολύ έμπειρα, συνεχίζουν το ψάξιμο προς τα νότια, πάρα πολύ αργά.
Αρχίζοντας από το ύψος των νησιών Σέτλαντ κατεβαίνουν μετά από ένα μήνα προς τις Ορκάδες. Το Σεπτέμβριο τα αλιευτικά βρίσκονται στα ανοιχτό των Σκωτικών ακτών και αμέσως μετά στα ανοιχτά των Εγγλέζικων ακτών. Το χειμώνα ψαρεύουν στα ανοιχτά των Γαλλικών και Ολλανδικών ακτών και τελειώνουν τον Ιανουάριο ή Φεβρουάριο στα ανοιχτά της Βρίτόνης.
Είναι χρήσιμο να θυμηθούμε επ’ ευκαιρία ότι η ρέγγα δεν βρίσκεται ποτέ σε θαλάσσιες ζώνες με μεγάλο βάθος, πάντως -σύμφωνα με στατιστικά και από ειδήσεις παρμένες απ» ευθείας από διάφορες Γαλλικές εκδόσεις του είδους είναι πολύ δύσκολο να συναντήσουμε κοπάδια από ρέγγες σε βάθος μεγαλύτερο από 200 μέτρα. Το μεγαλύτερο μέρος ψαρεύεται σε βάθη από 80 μέχρι Ι 50 μέτρα.
Η αλιεία της ρέγγας βασίζεται στις παρατηρήσεις που έχουν γίνει πάνω στο μεταναστευτικό ταξίδι του είδους προς τα νότια. Αυτό το «ταξίδι» ενώνει πολλά είδη στη μέση του καλοκαιριού, τα οποία έχουν ενδιαφέρον,
Ενώ το φθινοπωρινό λεγόμενο ταξίδι της ρέγγας είναι πολύ γνωστό, τόσο που νά μπορεί να ακολουθηθεί από τα αλιευτικά, που συνέχεια κυνηγούν τα κοπάδια, το ταξίδι του γυρισμού προς το βορρά είναι βασικά άγνωστο, πράγμα περίεργο και ενδιαφέρον αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι η ρέγγα δεν κατεβαίνει ποτέ κάτω από τα όρια βάθους που μπορούν να ψαχτούν από τους ανιχνευτές του βυθού.
Όπως και να το κάνουμε όμως το ταξίδι του γυρισμού της ρέγγας είναι άγνωστο και δεν μπορούν να το εκμεταλλευτούν οι ψαράδες. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που η αλιεία της ρέγγας μπορεί ακόμα να προσφέρει σημαντικά οφέλη, μια και λείπει το συνεχές κυνήγι του ψαριού.
Αποδείχτηκε τελευταία, μέσω προσεχτικών και συστηματικών μελετών ότι στην πραγματικότητα οι ρέγγες δεν κάνουν τόσο εκτεταμένα και μεγάλα ταξίδια μεταναστεύσεων όπως πίστευαν παλιά. Αποδείχτηκε πως οι ρέγγες που ψαρεύονται σε τόπους και εποχές διαφορετικές ανήκουν και σε διαφορετικά είδη και κατά συνέπεια τα ταξίδια και οι μετακινήσεις κάθε .κοπαδιού είναι σχετικό περιορισμένα. Παρ» όλα αυτά πρέπει να ξεκαθαρίσουν οι αιτίες για τις οποίες το ψάρεμα της ρέγγας μπορεί να γίνει με τόσο συστηματικό τρόπο.
Πάνω σε αυτό το θέμα ο Μπέρτιν λέει τα εξής: «Είναι καιρός να θυμηθούμε ότι τα ζεστά και πολύ αλμυρά νερά του μεσοτροπικού Ατλαντικού, κινούνται προς τα βόρειο – ανατολικά κατά την διάρκεια του καλοκαιριού και φτάνουν στη συνέχεια στον Βισκαϊκό κόλπο, στην Ιρλανδική θάλασσα, τη Μάγχη, τη Βόρεια θάλασσα και τις ακτές της Ισλανδίας και της Νορβηγίας. Το χειμώνα αυτό ξαναγυρίζουν και αφήνουν τη θέση τους σε νερά πιο κρύα και λιγότερο αλμυρά που προέρχονται από τις πολικές περιοχές».

Πάντως αυτές οι κινήσεις των νερών εξηγούν τις μετακινήσεις των ψαριών και επιτρέπουν τη πρόβλεψη της ποσότητας τους.
Μιλώντας για τις ρέγγες είναι εύκολο να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι αυτά τα ψάρια των παράκτιων περιοχών με κρύα και ελαφρώς αλμυρά νερά, δεν μπορούν να ανέβουν στην επιφάνεια παρά μόνο κατά τη διάρκεια της οπισθοδρόμησης των ζεστών και αλμυρών νερών του νότου».Στην πράξη συμβαίνει και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ρέγγες να βρίσκονται σε μεγαλύτερα βάθη αποφεύγοντας να ανέβουν στην επιφάνεια μια και η θερμοκρασία της θάλασσας είναι μεγαλύτερη. Κατά συνέπεια, όταν κατά την διάρκεια του καλοκαιριού ή ακόμη και το φθινόπωρο τα ζεστά νερά οπισθοδρομούν, οι ρέγγες μπορούν να ανέβουν στην επιφάνεια,
Σ’ αυτή τη περίοδο γίνεται το μεγάλο ψάρεμα που έχει σαν αποτέλεσμα το πιάσιμο χιλιάδων τόννων ψαριού από τα εκατοντάδες αλιευτικά.
Οπισθοδρομώντας όλο και περισσότερο τα ζεστά νερά προ το νότο, αναγκάζουν τις ρέγγες. να μένουν κατά κάποιο τρόπο «ακάλυπτες», να ανέβουν στην επιφάνεια. Πρόκειται λοιπόν για μια βαθμιαία άνοδο, για τις ρέγγες που βρίσκονται σε ορισμένες περιοχές και όχι για ταξίδι από το βορρά προς το νότο
Παρ» όλο που τελευταία προσπάθησαν να ψαρέψουν τις ρέγγες και κατά την διάρκεια της περιόδου που ζουν στο βάθος της θάλασσας, με μεγάλες τράτες, η μεγάλη αλιεία γίνεται με τους πατροπαράδοτους τρόπους.
Τα αλιευτικά που χρησιμοποιούνται γι’ αυτό το σκοπό είναι πολύ γερά πλοιάρια, ικανό να πλέουν σε οποιεσδήποτε συνθήκες, έχουν πλήρωμα όχι περισσότερο από τριάντα άτομα και σχεδόν πάντα δουλεύουν μεταξύ τους με διάφορους συνδυασμούς. Από αυτά τα πλοιάρια ρίχνουν στη θάλασσα κάθετα δίχτυα με απλή πλέξη. Τα μάτια των διχτύων έχουν υπολογισμένο πλάτος, τόσο που να αφήνει τις ρέγγες να μπαίνουν, αλλά και που να τις εμποδίζει να ξαναβγαίνουν. Αυτά τα δίχτυα που έχουν βάρη από μολύβια στη κάτω μεριά τους, κρατιούνται κάθετα με φελλούς. Ρίχνονται το ένα δίπλα στο άλλο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δίνουν την εντύπωση ενός μόνο διχτύου που έχει μήκος αρκετά χιλιόμετρα. Αυτό τα δίχτυα δεν μένουν στην επιφάνεια αλλά βυθίζονται γύρω στα 30 μέτρα και καμμιά φορά σε λιγότερο βάθος.
Αυτό το σύστημα επιτρέπει να συναντηθούν τα δίχτυα με τα κοπάδια των ψαριών στο βάθος, που γενικά κινούνται αυτά. Κατά δεύτερο λόγο τα δίχτυα έτσι βυθισμένο δεν εμποδίζουν την κίνηση των αλιευτικών.
Τα δίχτυα κρατιούνται με σχοινιά που έχουν στην άκρη τους σημαδούρες. Αυτό το σύστημα των διχτύων δεν μένει ακίνητο αλλά μετακινείται, με τάση να παρεκτραπεί. Κατ» αυτό τον τρόπο οι ρέγγες που κολυμπούν σε κοπάδια, καμμιά φορά πολυάριθμα, σκοντάφτουν στα δίχτυα και με την τάση που έχουν να πηγαίνουν πάντα μπροστά, βάζουν μέσα το κεφάλι τους και μένουν φυλακισμένες.
Ένας μεγάλος αριθμός ρεγγών πιάνεται τη νύχτα- Πράγματι, τα δίχτυα ρίχνονται το απόγευμα και μαζεύονται την αυγή. Οι ρέγγες ελευθερώνονται επάνω στα πλοιάρια με ένα απλό τίναγμα των διχτύων. Οι ψαράδες είναι πάρα πολύ ικανοί και ελευθερώνουν, σε μικρό χρονικό διάστημα, τα δίχτυα από το πολύτιμο φορτίο τους. Αυτό το σύστημα ψαρέματος είναι γνωστό από το 1400 και μέχρι σήμερα αποδείχτηκε ο καλύτερος τρόπος, μια και απασχολεί τον μικρότερο αριθμό ανδρών και μέσων.

Share