i kontou - Στο κρεββάτι ξαπλωμένος«Στο κρεββάτι ξαπλωμένος»
Πεζογράφημα
του ΘΟΔΩΡΗ
KΟΝΤΟΥΛΗ

Μερικές φορές θυμάμαι, πώς ακριβώς ένοιωθα τότε, που είχα εκείνο το φοβερό τροχαίο ατύχημα εκείνη τη βροχερή νύχτα, τότε που νόμισα ότι η ψυχή μου πέταξε και ξαναγύρισε πάλι. Προσπαθούσα να μη σκέφτομαι το περιστατικό, εκείνη την ξαφνική θανατηφόρα εκτίναξη από τη μοτοσικλέτα στο απέναντι πεζοδρόμιο, αλλά όταν ερχόταν η ώρα να κοιμηθώ ήταν αδύνατον να αποφύγω τη βασανιστική αυτή σκέψη παρ’ όλες τις προσπάθειες που έκανα. Δεν ήθελα να κοιμηθώ, γιατί από τότε ζούσα με την αγωνία ότι αν έκλεινα τα μάτια μου κι άφηνα τον εαυτό μου να βυθιστεί στον ύπνο, η ψυχή μου θα εγκατέλειπε το σώμα μου. Τώρα βέβαια, είμαι σίγουρος ότι δεν ήταν δυνατόν να πετάξει η ψυχή μου, τότε όμως, εκείνες τις νύχτες, δεν τολμούσα να πειραματιστώ.
Είχα βρει λοιπόν πολλούς τρόπους να απασχολώ τον εαυτό μου τις ώρες τις αγρυπνίας μου. Σκεφτόμουνα, ας πούμε, τη θάλασσα, όπου ψάρευα όταν ήμουν παιδί. Τη θάλασσα της Αντίκυρας. Ξαναζωντάνευα κάθε λεπτομέρεια, τη θέση που στεκόμουν στο μώλο, το πώς έβαφαν τα καΐκια, το πώς έβαφαν τα καΐκια στο καρνάγιο κι ο τόπος μύριζε νέφτι, τις κινήσεις των χωριανών στην προκυμαία, τα βαθιά ή τα ρηχά νερά, ενώ ξανάφερνα στο νου μου ένα ένα τα ψάρια που έπιανα. Κατά τις δώδεκα το μεσημέρι σταματούσα το ψάρεμα και πήγαινα στο σπίτι της θείας Αικατερίνης για να φάω. Πάντοτε έτρωγα αργά το φαγητό μου, που ήταν συνήθως ψάρια, εξετάζοντάς τα με προσοχή σαν λιλιπούτειος ανατόμος. Αλλά πρωϊνά πάλι δεν ψάρευα αμέσως, αλλά μαζί με το δύο ξαδέλφια μου, ψάχναμε για δολώματα. Ήταν κάτι σκουληκάκια που τα μαζεύαμε κι τα φυλάγαμε σε ένα τενεκεδένιο κουτάκι. Πάντοτε βέβαια, βρίσκαμε δολώματα αλλά αν καμιά φορά δεν μας ευνοούσε καθόλου η τύχη, κόβαμε απο το ψωμοτύρι που είχαμε πάντα μαζί μας κομματάκια και τα χρησιμοποιούσαμε για δόλωμα. Πολλές φορές το ψάρεμα γινόταν πολύ συναρπαστικό, έτσι που νόμιζα πως ονειρευόμουν ξύπνιος. Την ήξερα καλά κείνη τη θάλασσα, σε εκείνο το μέρος! Στην Αντίκυρα!
Υπήρχαν όμως και νύχτες που η φαντασία μου δεν ταξίδευε στα περασμένα. Τότε σκεφτόμουν. Ξανά και ξανά. Σκεφτόμουν, ας πούμε, όλους τους ανθρώπους που είχα γνωρίσει στη ζωή μου. Αυτό μου έπαιρνε πολύ ώρα, γιατί όταν προσπαθείς να θυμηθείς όλους τους ανθρώπους που γνώρισες, πρέπει να γυρίσεις πολύ πίσω. Εγώ έπρεπε να γυρίσω στο πατρικό σπίτι, να θυμηθώ τη μάντρα με την περικοκλάδα μας, να μυρίσω το δυόσμο και το γιασεμί μας, να ακούσω πάλι τα συνεχή πήγαινε έλα του κυρίου Γιώργου, του τυφλού γείτονά μας δίπλα, που ξεμούδιαζε βολτάροντας μηχανικά στη βεράντα, να αγκαλιάσω με το βλέμμα τα ροζιασμένα χέρια του πατέρα ή να προσέξω μήπως κάτω από το τραπέζι της κουζίνας μας υπήρχε ακόμα εκείνο το πήλινο κιούπι με το λάδι, που κάποτε μικρούλης είχα σπάσει. Πάλι η φαντασία μου όμως στα περασμένα ταξίδευε. Είναι, σκέφτομαι, αναπόφευκτο αυτό, ειδικά όταν κάποιος βρίσκεται στο κρεββάτι ξαπλωμένος.
Τις νύχτες εκείνες πάντως προσπαθούσα να θυμηθώ κάθε τι, που συνέβη στη ζωή μου, αρχίζοντας από πολύ παλιά και προχωρώντας από το ένα γεγονός στο άλλο. Διαπίστωσα ότι η μνήμη μου έφτανε μόνο μέχρι τα επτά ή τα οκτώ μου χρόνια. αρχιζα λοιπόν από το σημείο αυτό και πορευόμουνα μπροστά, μέχρι πριν πάω φαντάρος ή και μετέπειτα.
Είχα θυμηθεί αίφνης την κηδεία του παππού μου στην Αντίκυρα και ότι στο δρόμο της επιστροφής μας με το αυτοκίνητο του θείου Χριστόφορου ένα πεζώ, μοντέλο του 60 σε εκείνες τις απότομες στροφές, λίγο πριν το Δίστομο, που πατήσαμε στο δρόμο ένα φίδι. Ήταν μεγάλο και χοντρό. Είχαμε κατέβει όλοι κάτω και το παρατηρούσαμε που σφάδαζε ξεκοιλιασμένο. Ο ξάδελφος μου, πολύ πιο μεγάλος από μένα, γύρω στα είκοσι τότε, είχε βρει ένα ξύλο μακρύ και το χτυπούσε στο κεφάλι μέχρι που το φίδι ψόφησε. Τότε σιγά σιγά, το έσυρε στο δρόμο και το πέταξε στη χαράδρα.
Αλλοτε πάλι, θυμόμουνα το σπίτι μας και τη μάνα μου να καθαρίζει διαρκώς διάφορα πράγματα και να ασχολείται με την πάστρα.
Υπήρχαν όμως και νύχτες που δεν θυμόμουν ούτε την προσευχή μου. Έφτανα μέχρι το σημείο εκείνο που έλεγε «ως εν ουρανώ και επί της γης». Τότε ξανάρχιζα πάλι απ’την αρχή, αλλά στεκόταν εντελώς αδύνατο να πάω έστω και μια λέξη πιο πέρα. Όταν πια βεβαιωνόμουνα ότι ματαιοπονώ προσπαθώντας να θυμηθώ το «Πάτερ ημών», εγκατέλειπα αυτή την προσπάθεια κι άρχιζα κάτι άλλο. Έτσι υπήρχαν νύχτες που προσπαθούσα να θυμηθώ όλα τα ζώα του κόσμου με τα όνομά τους, κι έπειτα όλα τα πουλιά, όλα τα ψάρια, όλες τις χώρες του κόσμου κι όλες τις πόλεις. Έπειτα, όλα τα επίθετα των συμμαθητών μου κι όλα τα ονόματα των δρόμων του Γαλατσίου. Όταν πια δεν μπορούσα να θυμηθώ τίποτε άλλο, καθόμουνα κι άκουγα. Δεν υπάρχει νύχτα που να μην μπορείς να ακούσεις κάτι. Πάντα είχα ένα φως δίπλα μου τη νύχτα, για ώρα ανάγκης κι έτσι μπορούσα να κοιμηθώ, αφού νόμιζα ότι η ψυχή μου θα εγκατέλειπε το σώμα μου μόνο αν κοιμόμουν στο σκοτάδι. Αν έβλεπα λοιπόν τα σκούρα, άναβα για λίγο το φως.
Πολλές νύχτες κοιμόμουνα σχεδόν αμέσως γιατί ένοιωθα κουρασμένος και συχνά πολύ νυσταγμένος. Είμαι σίγουρος ότι πολλές φορές αυτό γινόταν χωρίς να το καταλάβω. Υπήρχαν όμως και οι θόρυβοι που έρχονταν από μακριά, από τον μεγάλο δρόμο ή ακόμα πιο πέρα, αλλά οι θόρυβοι αυτοί ήταν διαφορετικοί από τους μικρούς θορύβους του δωματίου μέσα στο σκοτάδι. Τότε είχα ένα νέο πράγμα να σκεφτώ. Καθόμουν στο σκοτάδι με τα μάτια ανοιχτά και σκεφτόμουν όλα τα κορίτσια που είχα γνωρίσει και τι είδους σύζυγοι θα γίνονταν. Είχαν πολύ ενδιαφέρον όλα αυτά που σκεφτόμουν τότε και για αρκετή ώρα μάλιστα. Είχα ξεχάσει πια το ψάρεμα, τα δολώματα και τις προσευχές. Τελικά αποφάσιζα να ξαναγυρίσω στο ψάρεμα γιατί μπορούσα να θυμάμαι όλα τα πυροφάνια, που πηγαίναμε με τον θείο Γιάννη, τον καπετάνιο και γιατί ανακάλυπταν διαρκώς κάτι καινούργιο σε αυτά.
Με τα κορίτσια τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αφού τα είχα σκεφτεί αρκετές φορές, έπειτα άρχισαν να μπερδεύονται και στο τέλος να μοιάζουν μεταξύ τους όλα. Τότε σταματούσα να σκέφτομαι τα κορίτσια και συνέχιζα να δω μήπως θυμόμουν ολόκληρο το «Πάτερ ημών». Ύστερα σκεφτόμουν το γράψιμο. Σαράκι κι αυτό! Όταν διάβαζα ένα βιβλίο έλεγα: «Μπα! Ένα τέτοιο, σίγουρα κι εγώ θα μπορούσα να γράψω!». Και να σκεφτεί κανείς ότι ποτέ μέχρι τότε στη ζωή μου δεν είχα γράψει τίποτα εκτός των μαθημάτων του σχολείου, του πανεπιστημίου ή τίποτα επιστολές. Κι όταν ξεκίνησα το βιβλίο, εκεί είδα τα ζόρια. «Μα τι θα κάνω τώρα», έλεγα, «από πού να αρχίσω;» «Χάος μπροστά μου» Τι θα έγραφα; Και να μην έχω ούτε μία σημείωση! Λένε πως όσοι γράφουν κρατούν σημειώσεις. Εγώ; Τρέχα γύρευε. Χωρίς τίποτα. Και από τότε άρχισε εκείνος ο αγώνας με τις λέξεις. Μυριάδες έχει λέξεις μέσα το χοντρό λεξικό, αλλά εγώ πόσες τάχα ήξερα; Όταν όμως έβαλα το χαρτί μπροστά μου, έρχονταν και με έβρισκαν από τα βάθη του κόσμου και η κάθε μία ζυγιζόταν, μήπως πέσει βαριά ή μην έρθει στενή, μήπως περίσσευε ή ήταν στυφή. Και ήθελε πολλή προσοχή αυτό, γιατί οι λέξεις ταξιδεύουν. Αφού πρέπει η κάθε μία να έχει απέραντη μνήμη. Τώρα που είπα μνήμη! Όσο περνούν τα χρόνια ένα ένα τα όργανά μας, μας αφήνουν, μας αποχαιρετούν. Αυτό είναι το γήρας κι ας μην είμαστε ίσως σε ηλικία μεγάλη. Είναι πάντως η αποσύνθεση του σώματος. Βέβαια, δεν είναι και τόσο εύκολο να νικήσει ο Χάρος, γιατί το σώμα παλεύει, αντιστέκεται. Όμως αυτός που γράφει, σε κάθε έργο, σε κάθε βιβλίο, στην κάθε ιστορία του, αφήνει και λίγο από το αίμα του. Οι φλέβες του στραγγίζουν. Γερνάει. Έτσι είναι που εγώ καταλαβαίνω ότι γερνάω. Ότι πλησιάζω στο τέρμα, σαν μια κλεψύδρα που αδειάζει. Και την κλεψύδρα αυτή δεν μπορώ να την γυρίσω ανάποδα. Δεν γίνεται. Είναι μικρός ο άνθρωπος. Μεγάλα είναι μόνο τα έργα του.
Πάντα νόμιζα ότι δεν είχα τίποτα να γράψω. Κι όμως! Όταν πιάνω το στυλό, αμέσως αυτό με οδηγεί. Και οι λέξεις! Τι είναι για κάποιον που γράφει! Όλη μου τη ζωή προσπάθησα να μάθω λέξεις, να κάνω κάτι να πλουτίσω τη γλώσσα μου, και ξαφνικά ή άλλοτε σιγά σιγά κι απαρατήρητα, αρχίζω να ξεχνάω τις λέξεις. Αυτό είναι το γήρας. Τα όργανά μου που ένα ένα με αποχαιρετούν. Αφού να λησμονήσω τις λέξεις, τις έχασα. Τη μαγεία τους, την αισθάνεται εκείνος που διαβάζει, χωρίς να ξέρει πως έγινε αυτό. Σαν τον πλάνεψε μια νεράϊδα. Εκεί όμως που νομίζω ότι στέρεψαν, φυτρώνουν πάλι, σαν να βγήκαν από ένα κόσκινο. Έτσι αισθάνομαι πολλές φορές. Ότι μέσα σε αυτές τις σελίδες που σκόρπια μέχρι τώρα έχω γράψει, εκεί έζησα, εκεί μεγάλωσα κι εκεί ίσως προλάβω να γεράσω. Εκεί είναι το παρελθόν μου. Θα προλάβω άραγε; Η φθορά έρχεται γρήγορα στα πράγματα, όπως και στον άνθρωπο. Καμιά φορά λέω ότι είναι καλύτερα να μη θυμάμαι αλλά να ξεχνάω. Να μην βλέπω σαν τον τυφλό. Να μην αγγίζω σαν τον λεπρό, να μην αγαπώ ίσως αλλά δεν μπορώ. Γιατί οι καταστάσεις, τα πράγματα όλα, μου παρουσιάζονται από μόνα τους.
Κι αυτή η αγωνία του γραψίματος! Αυτή η μεταμόρφωση, να μην ταιριάζει πια κάτι, που προηγουμένως ταίριαζε. Οι λέξεις που μένουν στο κείμενο μέρες και χρόνια, που ωριμάζουν σαν τον καρπό ενός δέντρου και μετά άλλη λέξη πεθαίνει κι άλλη ψηλώνει. Όπως τότε, όταν τρόμαξα να δω το βιβλίο μου τυπωμένο, σε εκείνο το ισογειάκι του Θέμη, στο μικρό δρομάκι της Καισαριανής.
Συγγραφέας σου λέει ο άλλος! Όμως το γράψιμο είναι σπουδαία υπόθεση. Είναι όπως ο έρωτας. Δεν γράφεις κάθε μέρα, τακτικά και πληθωρικά. Όπως στον έρωτα περιμένεις να σου έρθει πρώτα η επιθυμία. Τότε και το πιο μικρού λουλούδι της γης, γίνεται ολόκληρο δέντρο. Τότε οι παράγκες, τα σπίτια, οι πολυκατοικίες, οι βίλες, μου φανερώνουν τις εποχές και τους αιώνες, σύμφωνα με τα υλικά τους: εδώ το χτίσιμο με τους πλίνθους, εκεί με το πισόχαρτο, εδώ με τζαμαρίες κι εκεί με μπετόν. Έτσι είναι. Αφού όλα γεννιούνται, ζουν κι έπειτα εξαφανίζονται. Κι ευτυχώς που υπάρχουν αυτοί που γράφουν κι έτσι οι επόμενες γενιές τα μαθαίνουν. Γιατί αυτά που υπάρχουν, έπειτα εξαφανίζονται. Έχει βλέπεις και η φύση τους νόμους της, τα βάσανά της, όπως και ο άνθρωπος. Και ευτυχώς που υπάρχουν μερικοί, που ψάχνουν μέσα τους να βρουν τα κομματάκια της ζωής τους, για να τα κάνουν τέχνη.
Ο κόσμος όμως υπάρχει και προχωρεί. Αυτή είναι η διαπίστωση. Κι όταν τις προάλλες, είδα στο δρόμο ένα ερωτευμένο νεαρό ζευγαράκι, είπα μέσα μου «να ήμουν στην ηλικία τους, σαν εκείνους, το τι δεν θα μπορούσα να κάνω». Αλλά εγώ, σαν νεαρός, έζησα την εποχή που είχε αρχίσει να γκρεμίζεται η Αθήνα. Την εποχή που τα σπίτια κατεδαφίζονταν και οι νοικοκυρές είχαν πάψει προ πολλού να φτιάχνουν την ντομάτα τον μπελτέ για να την έχουν το χειμώνα. Έζησα νεαρός τότε που η Αθήνα ήταν ανοιχτή σαν πιάτο, στην όρεξη όλων και στις δυνατότητες. Πώς να μην θυμόμουνα λοιπόν τις μετακομίσεις του Σεπτέμβρη; Η μισή Αθήνα άλλαζε σπίτι με την άλλη μισή κάθε Σεπτέμβριο μήνα. Κι έφερνα στο νου μου τα σπίτια που κατεδαφίζονταν, μέσα σε άλλα να πουλάνε ανταλλακτικά αυτοκινήτων, ενώ άλλα να είναι εντελώς κλειστά. Κι εκείνα ήταν δυστυχώς τα θλιβερότατα.
Θυμόμουνα το κέντρο της Αθήνας, όπου ήταν το πανόραμα των τυφλών, του κουλών και των κουτσών, που τραγουδούσαν ή έψελναν ερωτικά κομμάτια όλων των εποχών. «Αυτή την τετράδα ποιος θα την πάρει;», ρωτούσε ο τυφλός λαχειοπώλης στα Χαυτεία, δίπλα στο μαγαζί με τις τουλούμπες και τα κορνέ. Χρόνια ολόκληρα αυτό ρωτούσε. Κατέβαινα λοιπόν τότε, παιδάκι, στο κέντρο της Αθήνας, κρατώντας σφιχτά το χέρι της μάνας μου κι έβλεπα τους διαλαλητές, να βγάζουν απο τα πανέρια τους, όλων των ειδών τα πράγματα. Αλλά το πιο φοβερό ήταν εκεί που δεν είχαν τίποτα να επιδείξουν κι απλώς άπλωναν το χέρι τους για ζητιανιά. Από τότε είχα αισθανθεί την απομόνωση, τη μοναξιά του ανθρώπου, αφού όλα ο άνθρωπος πρέπει να τα συλλογίζεται μόνος του, χωρίς πειράματα και δοκιμές. «Η ζωή είναι όλη η υπόθεση. Ο θάνατος δεν είναι παρά μια στιγμή», έλεγε κάποτε ένας γιατρός λιγόλογος, γείτονας τότε, λίγο παρακάτω από εμάς έμενε. Έτσι είναι, λέω και εγώ τώρα. Η γη ήταν πάντοτε σοφή και μόνο ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα στενόκαρδο.
Τα πάντα όμως έχουν αλλάξει όψη. Οι άνθρωποι φεύγουν, αφήνουν τα βιβλία τους, τους δίσκους τους, τα σπίτια τους, τα παπούτσια τους, τα φορέματά τους, και οι συγγενείς τους τα δίνουν σε Αλβανούς, Ρουμάνους και Βούλγαρους, ή τα πουλάνε όσο όσο στα παλιατζίδικα. Ένας ένας φεύγει και κανείς πια δεν θα μείνει, που να μπορεί να θυμάται εκείνα τα πρόσωπα, εκείνα τα σώματα, τα σπίτια, τις πρασιές, το ξυλίκι, την παράσταση του Καραγκιόζη, τη μακριά γαϊδούρα, εκείνο το λεύκωμα Πού να τα πεις όμως όλα αυτά, ποιος να σε ακούσει, ποιόν ενδιαφέρουν; Τότε ήταν όμως που έμπαινε η τρέλα στο κεφάλι μου: δεν πρόφταινα ούτε να σκεφτώ. Όλα ανάκατα, αναμνήσεις, καταστάσεις, ταξίδια, όλα αχταρμάς. Μα τι απέγιναν όλα αυτά; Η μνήμη που έρχεται και φεύγει. Ο άνθρωπος είναι μικρός. Μεγάλα είναι μόνο τα έργα του.
Κι εγώ ακόμα θυμάμαι εκείνα τα πηχτά καλοκαίρια στη θάλασσα της Αντίκυρας! Και τόσα άλλα, τότε που ήμουνα καθηλωμένος στο κρεββάτι, ύστερα από εκείνο το ατύχημα. Και πώς να μην το έκανα άλλωστε; Αφού ήταν ανάγκη να θυμηθώ ότι τότε τα άστρα στον ουρανό ήταν καταγάλανα και ότι στη γη μύριζε νέφτι, ενώ εγώ, τόσες μέρες ξαπλωμένος σε ένα κρεββάτι. Έβλεπα μόνο το λευκό ταβάνι και μύριζα τους γύψους, τα οινοπνεύματα και τα ιώδια ενός δωματίου.

Share