Πρόκειται για μία μάλλον παθητική και όχι ενεργητική μέθοδο, που γι’ αυτό ταιριάζει περισσότερο σε ήρεμους χαρακτήρες και όχι σε υπερδραστήριους,

Πρόκειται για μία μάλλον παθητική και όχι ενεργητική μέθοδο, που γι’ αυτό ταιριάζει περισσότερο σε  ήρεμους χαρακτήρες  και  όχι   σε  υπερδραστήριους, που δεν μπορούν να χαλαρώσουν, αλλά «πέφτουν μετά μούτρα» στα ψάρια και όποιο πάρουν!
Προσωπικά, όταν πάω για ψάρεμα, κάνω τουλάχιστον 5 καρτέρια, τόσο για προθέρμανση και εξοικείωση του οργανισμού στην κατάδυση, όσο και για να κατοπτεύσω το χώρο και να δω την κίνηση που δε φαίνεται από την επιφάνεια (πίγγες, συναγρίδες, τσιπούρες, μαγιάτικα κ.λπ.).

Κατά βάση, ο δύτης καταδύεται ήρεμα και κατά το δυνατόν αθόρυβα, διαλέγει ένα σημείο στο βυθό  και παραμένει εκεί ακίνητος, δίνοντας την εντύπωση ότι προσπαθεί να κρυφτεί. Βέβαια, αυτή είναι η βασική εικόνα, πάνω στην οποία υπάρχουν πολλές παραλλαγές. Υπάρχει το καρτέρι στο βυθό χωρίς απόκρυψη, το καρτέρι επιφανείας, το καρτέρι στα μεσόνερα κ.λπ. .

Επειδή το ψάρεμα αυτό απαιτεί λίγες και ήρεμες κινήσεις, ο οργανισμός μας διατηρεί χαμηλό μεταβολισμό, με αποτέλεσμα να κρυώνουμε πιο γρήγορα από ό,τι σε άλλα ψαρέματα. Συνεπώς απαιτείται λίγο πιο χοντρή στολή. Το καλοκαίρι, ο ιδανικός συνδυασμός είναι σακάκι 4 και παντελόνι 3 χιλιοστών, ενώ το χειμώνα 6,5 και 5,5 χιλιοστών αντίστοιχα είναι επίσης πολύ καλός συνδυασμός.

Προτιμότερες από άποψη ελαστικότητας και εφαρμογής στο σώμα μας είναι οι λείες εξωτερικά ξυρισμένες εσωτερικά με ή χωρίς επένδυση, μεταλλικού επιχρίσματος στολές, όμως επειδή απαιτούν κάποια σχετική εμπειρία στο να φορεθούν αλλά και στο να χρησιμοποιηθούν χωρίς να τις σκίσουμε με κάποια άτσαλη κίνηση ή με την επαφή στο βυθό, σε λιγότερο έμπειρους ψαροκυνηγούς συνιστώ ξυρισμένες εσωτερικό και φοδραρισμένες εξωτερικά. Όσο για το χρώμα, έχω παρατηρήσει ότι η παραλλαγή βοηθάει αρκετά, ειδικά σε ρηχά ή πολύ καθαρά και φωτεινά νερά. Φυσικά, θα πρέπει τα χρώματα της στολής να ταιριάζουν με αυτά του βυθού. Τα πτερύγια μας θα είναι φυσικά μακριά, μικρής έως μέτριας ευκαμψίας, αλλά με μικρό χρόνο επαναφοράς. Τα περισσότερα από τα μοντέλα που κυκλοφορούν στην αγορά είναι πολύ καλά, οπότε διαλέγουμε με βάση το βάθος όπου θα κινηθούμε και τη διάρκεια του ψαρέματος μας, Καλό είναι να βάφουμε σε χρωματισμούς παραλλαγής και την κάτω επιφάνεια των πτερυγίων. Η μάσκα ακολουθεί τους γενικούς κανόνες: Μεγάλου όγκου με ευρύ οπτικό πεδίο για μικρά βάθη (έως 15 μέτρα) και μικρότερη, όσο μεγαλώνει το μέσο (και όχι το μέγιστο) βάθος όπου σκοπεύουμε να ψαρέψουμε. Το όπλο μας θα είναι μακρύ, ανάλογα βέβαια και με τη διαύγεια των νερών, αλλά και όσο γίνεται πιο δυνατό. Στο καρτέρι, επιχειρούμε βολές στο ανοιχτό νερό, όπου τα ψάρια στέκονται σχετικά μακριά από τον ψαροκυνηγό.

Επιπλέον, βρίσκονται σε εγρήγορση και είναι έτοιμα να απομακρυνθούν ταχύτατα στην παραμικρή ένδειξη κινδύνου. Έτσι, το όπλο πρέπει να είναι ικανό να προωθήσει τη βέργα με αρκετή ταχύτητα, ώστε να φτάσει και να προλάβει τα ψάρια πριν αυτά εξαφανιστούν. Δεν είναι σπάνιο θέαμα, όπλα 75 εκατοστών να είναι εξοπλισμένα με διπλά λάστιχα για να μπορούν να προλαβαίνουν τις τσιπούρες και τα λαβράκια που σαν φαντάσματα εμφανίζονται για κλάσματα δευτερολέπτου στις χειμωνιάτικες θολούρες. άλλοι συνηθίζουν να βάφουν και το σωλήνα σε χρώματα παραλλαγής, όπως και τα λάστιχα που παίρνουν χρώμα το οποίο εναρμονίζεται με το βυθό, στα βάθη όπου κάθε φορά κινούμαστε. Με την ίδια λογική, η βέργα θα πρέπει να είναι άριστης ποιότητας, γυαλισμένη και ακονισμένη πάρα πολύ καλά, με δυνατά και μακριά, αλλά όχι ογκώδη φτεράκια. Καλό είναι μάλιστα να προτιμήσουμε βέργες σκουρόχρωμες, και όχι τις συνηθισμένες με τη γνωστή ασημί μεταλλική λάμψη, ώστε να προχωράμε την παραλλαγή μας ένα βήμα πιο πέρα. Να υπενθυμίσω εδώ ότι δένουμε τη βέργα στο όπλο με πετονιά διαμέτρου 1,2 έως και 1,8 και φυσικά όχι με κόμπο, αλλά με μεταλλικούς συνδέσμους.Τους συνδέσμους αυτούς σφίγγουμε με ένα ειδικό εργαλείο που λέγεται κλιπαδόρος και όχι με πένσα, διότι υπάρχει κίνδυνος να τραυματίσουμε την πετονιά, με αποτέλεσμα να μας σπάσει στη μάχη με κάποιο αξιόλογο θήραμα. Το μουλινέ, του οποίου η σημασία είναι θεμελιώδης πρέπει να είναι καλής ποιότητας και με μεγάλη χωρητικότητα ώστε να έχουμε την άνεση για άμεση απελευθέρωση αλλά και εύκολο μάζεμα του σχοινιού ., το καρτέρι έχει πια μπει για τα καλά στη ζωή του ψαροκυνηγού, και μάλιστα με πολλές παραλλαγές (όπως είπαμε και προηγουμένως), πέρα από το απλό κρύψιμο στο βυθό. Ο ψαροκυνηγός έμαθε να χρησιμοποιεί το καρτέρι για να επιβλέπει το χώρο όπου θα κινηθεί, να διακρίνει τις διαθέσεις των ψαριών, να έχει διακριτική παρουσία και να επιλέγει με αυστηρά κριτήρια τα θηράματα του.

Βέβαια, η αφομοίωση της τεχνικής απαιτεί πολλές ώρες βυθού, δεν αποκτάται απλό και μόνο με το διάβασμα άρθρων , βιβλίων και περιοδικών. Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει ο ψαροκυνηγός που προσπαθεί να μάθει να καρτερεύει, να πηγαίνει πολύ συχνά στο ίδιο μέρος, παρατηρώντας τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά των ψαριών σε κάθε φάση του φεγγαριού, με κάθε καιρό και από πολλές διαφορετικές θέσεις, όχι μόνο από τα πόστα που ολοφάνερα παρέχουν μεγάλη κάλυψη. Επίσης, θα πρέπει να είναι πολύ φειδωλός στις βολές του. Είναι πολύ πιθανόν πίσω από το μικρό κεφαλόπουλο να έρχεται ένα ιδιαίτερα αξιόλογο λαβράκι, ή ξαφνικά να έρθει μπροστά στη μάσκα μας ένα μεγάλο πελαγίσιο, το οποίο ξεθάρρεψε βλέποντας να παραμένει ασφαλές το δίκιλο ψαράκι που κάθεται και μας κοιτά ήρεμο με τη βέργα λίγα μόλις μέτρα μακριά του. Με αυτό τον τρόπο, όχι μόνο θα συλλάβουμε ζηλευτά και αξιόλογα ψάρια, αλλά και θα σπουδάσουμε τη συμπεριφορά τους. Έτσι, την επόμενη φορά θα ξέρουμε όλο και καλύτερα τι να περιμένουμε, και θα προσαρμόσουμε αναλόγως την τεχνική μας, ώστε να επιτύχουμε τη μέγιστη δυνατή απόδοση.

ΠΗΓΗ
Λογωθέτης Νικ.

Share