Απαραίτητο, όργανο στον εξοπλισμό μας είναι σίγουρα το βυθόμετρο σε βαθιά νερά , Με αυτό επιλέγουμε τον τόπο ψαρέματος, αναζητώντας το χώρο όπου ζουν τα λυθρίνια ή τα παραπλήσια με αυτά ψάρια μπαλάδες, τσαούσια,

p1826 300x201 - Το λυθρίνι στα βαθιάΤο ψάρεμα γίνεται με το γνωστό τρόπο της καθετής και φυσικά οι καλύτερες εποχές είναι οι μήνες  Σεπτέμβρη -Οκτώβρη – Νοέμβρη, εποχή όπου το πέτρωμα του βυθού συνήθως δε έχει (φύκια), γεγονός που διευκολύνει το ψάρεμα,
Όταν ψαρεύουμε σε βάθος 70 με 150 οργιές, χάνουμε την επαφή μας με την πετονιά , γιατί το βάθος «σβήνει» τα τσιμπήματα των ψαριών. Έτσι με οδηγό το βυθόμετρο, αρματώνουμε κατάλληλα την πετονιά, αρχίζοντας με 60άρα  στην κεντρική μάνα , συνεχίζοντας με 40άρα και  μετά το στριφτάρι.
10-12 αγκίστρια σε 35άρι παράμαλλο. Απαραίτητο φυσικά και το βαρίδι, το οποίο πρέπει να έχει τόσο βάρος ώστε να πάει στο στόχο, χωρίς να παρασυρθεί από τα ρεύματα.
Αφήνουμε να «ψαρέψει» το όλο σύστημα περίπου 5 με 8 λεπτά και μετά τραβάμε  την πετονιά με ηλεκτρικό μηχανάκι αν δεν έχετε μπορείτε να βάλετε τεχνητά βάρη (πχ) πέτρες από παραλίες και όχι τσιμεντόλιθους που βάζουνε πολύ, σκοπός είναι να εμπλουτίζουμε το μέρος και όχι να το καταστρέφουμε εννοείται το δέσιμο που θα χρειαστούμε στην πέτρα να γίνεται με πολλή ψιλή πετονιά , με σκοπό να κόψουμε το βάρος και να τραβήξουμε στη βάρκα μόνο τα 10-12 αγκίστρια, Η απότομη κίνηση σε βαρίδι από πέτρα και η ψιλή πετονιά  με την οποία είναι δεμένο φέρνουν αποτέλεσμα, Έτσι στο ανέβασμα έχουμε δύο επιλογές: Η μία με τα χέρια και η άλλη με μηχανάκι, για να μην κουραζόμαστε και κυρίως για να μην υποφέρουν τα δάκτυλα των χεριών μας, Όλα αυτά μέχρι τις 15 οργιές. Μετά αναλαμβάνουμε εμείς, αφού ήδη έχουμε αίσθηση των «κτυπημάτων» των ψαριών, Δεν ζορίζουμε την πετονιά, αλλά το πιο «μαγικό» είναι η συγκίνηση, ο ενθουσιασμός όταν στα αγκίστρια μας έχουμε ψάρια.
Ακριβώς επειδή υπάρχει ενθουσιασμός, ίσως και κούραση, υπάρχει το ενδεχόμενο η πετονιά να πέφτει ακανόνιστα στη βάρκα και κατά συνέπεια να μπερδευτεί. Βεβαίως όσο πιο χοντρή είναι η πετονιά, τόσο περισσότερο λιγοστεύει ο κίνδυνος για κάτι τέτοιο, αλλά καλό είναι να προσέχουμε πάνω στον ενθουσιασμό μας, Είναι προτιμότερο να
χαθεί ένα ψάρι, παρά το υλικό μας. Εκτός εάν δεν μας ενδιαφέρει το τι βγάζει η… τσέπη μας!
Τα πράγματα στα αβαθή είναι πιο απλά. Όπως είπαμε και πιο πάνω, σε νερά 8-25 οργιών έχουμε επαφή με τη πετονιά μας, Αρματώνουμε με τρία αγκίστρια και ψαρεύουμε κανονικά.

Ο ερασιτέχνης ψαράς μπορεί  να βρει, σε ειδικά μέρη τα λυθρίνια ,
Όπως, στις Χαλκιδική Κυκλάδες, την Αλεξανδρούπολη, την Καβάλα και φυσικά στο Σαρωνικό υπάρχει ικανοποίηση από το ψάρεμα του λυθρινιού. Μπορεί να διαφέρει ελαφρώς από τόπο σε τόπο (π,χ. στις Κυκλάδες ή στον Παγασητικό συναντάμε το πελαγίτικο λυθρίνι με μια μαύρη στενή κηλίδα στα πλευρικά του πτερύγια), αλλά τα βασικά χαρακτηριστικά του που μας «προσελκύουν» για το ψάρεμα του είναι το έντονο κόκκινο χρώμα στη ράχη και το σταδιακά υποκόκκινο (αχνό) όσο πλησιάζουμε προς την κοιλιά.
Μικρά μυστικά για μεγάλες συγκινήσεις
Το λυθρίνι είναι ένα ψάρι που καταξιώνει τον ψαρά, κάνοντας τη διαφορά. Είναι το ψάρι εκείνο που δεν θα πιαστεί με επιπόλαια υλικά δολώματα και τεχνική. Είναι μίζερο όσον αφορά τη διατροφή του και πρέπει να του «σερβίρουμε» το δόλωμα όσο μπορούμε πιο φρέσκο, ζωντανό κατά προτίμηση. Και ποτέ κατ’ επανάληψη. Για αυτό, αν πιάσουμε ένα λυθρίνι με δόλωμα, π.χ. καραβιδάκι ζωντανό, που είναι από τα αγαπημένα του, την επόμενη φορά δεν θα του το προσφέρουμε αμέσως, το αφήνουμε να το ζητήσει, και έτσι θα το φάει πιο εύκολα (π,χ, μετά από δύο κατεβάσματα με ένα άλλο δόλωμα, όπως γαρίδα), Κάτι άλλο που χρειάζεται να προσέξουμε είναι ότι δεν πρέπει να πάμε για ψάρεμα με ένα δόλωμα, καλύτερα να έχουμε τουλάχιστον τρία διαφορετικά.
Η τεχνική που θα χρησιμοποιήσουμε είναι διπλάρι ή και μονό, το μόνο κοινό που έχουν είναι η ποιότητα των υλικών. Αγκίστρι με μέτρια κούρμπα, μεσαίο ως μακρύ κοτσάνι, αρπάδι που δεν χαρίζει και που καρφώνει με το παραμικρό, Παράμαλλα για το διπλάρι, τουλάχιστον 60 πόντους και για το μονό 80 πόντους έως 1 μέτρο.
Πάντα σύμφωνα με την όρεξη για τσίμπημα. Αν τσιμπάει με όρεξη (πράγμα πού δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ), κοντά παράμαλλα -όχι κάτω από 40 πόντους, ενώ σε τσίμπημα χωρίς όρεξη ή μίζερο (που είναι σχεδόν πάντα), μακριά.
Σημαντικότερο όμως ρόλο παίζει η αίσθηση της αφής, αυτό που θα νιώσουμε κατά την επαφή των δακτύλων μας με το ψάρι. Σπάνια θα καταλάβουμε δυνατό τσίμπημα, Τις περισσότερες φορές ίσα ίσα που καταλαβαίνουμε ένα γαργάλημα. Εκεί είναι που πρέπει να καρφώσουμε δυνατά και αποφασιστικά, Τότε θα νιώσουμε το κεφάλι που κάνει το λυθρίνι, ενώ μέχρι να το φέρουμε πάνω στη βάρκα δεν είμαστε σίγουροι ότι έχει γίνει δικό μας.
Είναι πονηρό και προσπαθεί να προσπεράσει την αρματωσιά στο ανέβασμα, για αυτό πολλές φορές δεν καταλαβαίνουμε τα κεφάλια του, Στο ανέβασμα, αν σταματήσουμε να τραβάμε, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα το χάσουμε, για αυτό τραβάμε πάντα αργά ή γρήγορα, κρατώντας επαφή με το ψάρι. Βαρίδι χρησιμοποιούμε πάντα ανάλογα με το βάθος: μικρό βάθος μικρό βαρίδι, μεγάλο βάθος μεγάλο βαρίδι.
Σας εύχομαι καλές επιτυχίες

Share