Ποτέ δεν θα είναι δευτερεύουσας σημασίας η συμβουλή, ψαρεύοντας την πέστροφα, να ρίχνουμε στην επιφάνεια τη μύγα με κάθε προσοχή, αποφεύγοντας τον παφλασμό,

p2061 - Το ρίξιμο και η παρουσίαση της μύγαςΠοτέ δεν θα είναι δευτερεύουσας σημασίας η συμβουλή, ψαρεύοντας την πέστροφα, να ρίχνουμε στην επιφάνεια τη μύγα με κάθε προσοχή, αποφεύγοντας τον παφλασμό, που αντί να προσελκύσει το ψάρι, θα το κάνει να φύγει ή να γίνει δύσπιστο.Ο παφλασμός είναι προτιμότερος για ότι αφορά άλλα ψάρια, που επιτίθενται στα έντομα στην επιφάνεια, όπως ο καβεδάνος και σ’ αυτή την περίπτωση λειτουργεί σαν κάλεσμα και έτσι το ψάρι τσιμπά σίγουρα με μεγαλύτερη ευκολία.Για ότι αφορά την πέστροφα και τον θύμαλλο, η μύγα θα πρέπει να ακουμπήσει μαλακά και συχνά παρατηρούμε πως ένα αδέξιο ρίξιμο, προκαλεί μια αναταραχή του μέρους που θέλουμε να εξερευνήσουμε και συνεπώς την απομάκρυνση της πέστροφας, που μπορεί να υπάρχει εκεί, αν την έχουμε παρατηρήσει προηγούμενα.

Οι τεχνικές παρουσίασης της μύγας είναι διάφορες, αλλά μπορούν να χωριστούν σε δυο ομάδες. Η πρώτη αφορά το ρίξιμο της μύγας, σε μια ορισμένη απόσταση από εκεί που υποτίθεται πως έχει κρυφτεί η πέστροφα, για να την αφήσουμε μετά να περάσει από κοντά της, αναμένοντας αυτή να ανέβει για να την πιάσει. Αυτό το πέρασμα της μύγας που φέρεται απ’ το ρεύμα, λέγεται «ελεύθερο» ή «στο ρεύμα». Η δεύτερη τεχνική εργασία στο να ρίξουμε τη μύγα απευθείας στο σημείο, όπου έχουμε δει μια πέστροφα να πηδά για να πιάσει έντομα ή ένα θύμαλλο, και ονομάζεται «χτύπημα».
Ο ψαράς που διασχίζει ένα ορεινό ποτάμι, συνήθως χρησιμοποιεί αδιάκριτα αυτές τις δυο μεθόδους, ανάλογα με τις ανάγκες του μέρους. Στα μεγάλα ρεύματα και στις ρηχές καμπές, θα αφήσει να μεταφερθεί η μύγα στην επιφάνεια απ’ το ρεύμα, αναμένοντας την επίθεση της πέστροφας που είναι στο βυθό και επιτίθεται στα έντομα που περνούν. Στους καταρράχτες όμως και στις στενές περιοχές, θα προτιμήσει να ρίξει τη μύγα στο σημείο όπου υποθέτει πως βρίσκεται το σολομονιδές περιμένοντας και θα επαναφέρει γρήγορα την ορμιά για να επαναλάβει το ρίξιμο.

Η δεύτερη απ’ αυτές τις μεθόδους, πιστεύω πως είναι πιο αποδοτική και κανονικά εφαρμόζεται στις περιοχές εκείνες, όπου θα ήταν δυνατόν να γίνει το πέρασμα. Φυσικά, ψαρεύοντας με χτύπημα, τα ριξίματα πρέπει να επαναλαμβάνονται περισσότερες φορές, γιατί συνήθως με το πρώτο ή δεύτερο ρίξιμο η πέστροφα αντιλαμβάνεται το δόλωμα και θα του επιτεθεί στα επόμενα χτυπήματα.
Ο ελεύθερος εξακοντισμός μπορεί να γίνει και σε μικρότερο αριθμό, επειδή η πέστροφα θα επιτεθεί στη μύγα στο πέρασμα ή θα την αφήσει να περάσει χωρίς να δώσει σημασία και σ’ αυτή την περίπτωση, δύσκολα θα αποφασίσει να την πιάσει στα επόμενα περάσματα.
Θα αναφέρω επίσης πως το ψάρεμα με το χτύπημα, είναι ελάχιστα ευκολότερο σαν διαδικασία απ’ ότι η άλλη μέθοδος, επειδή όταν ψαρεύουμε στο ρεύμα είναι απόλυτα αναγκαίο η μύγα να πηγαίνει μπροστά απ’ την ορμιά, έτσι ώστε να παρουσιάζεται πρώτη στην πέστροφα, μανούβρα που μερικές φορές παρουσιάζει ορισμένες δυσκολίες.

Έχω δει πώς μπορεί κανείς να κάνει τη μύγα ν’ αγγίξει το νερό, ακόμα και αντίθετα απ’ το ρεύμα, χωρίς η σύνθετη ορμιά να ακουμπήσει προς τα κάτω, όπου θα μπορούσε να ενοχλήσει την πέστροφα. Έχω δει να ακουμπούν τη μύγα στο νερό, ενώ η σύνθετη ορμιά ήταν τοποθετημένη σαν γάντζος. «Αλλες φορές μπόρεσα να παρατηρήσω πως η μύγα έβγαινε απ’ το νερό και ξαναρίχνονταν, χωρίς η ορμιά να γυρίζει πίσω, όπως στον κοινό εξακοντισμό. Αλλά όλες αυτές οι λεπτότητες στη χρήση της σύνθετης ορμιάς, εφαρμόζονται πολύ σπάνια στην κοινή πρακτική, επειδή οι λεπτολόγοι είναι συνήθως άτομα που αφοσιώνονται προπάντων στη συνεχή εξάσκηση κι όχι στο ψάρεμα.

Δεν επιθυμώ καθόλου να υποτιμήσω τις ικανότητες αυτών των ερασιτεχνών, οι οποίοι εξάλλου έχουν την αρετή να δείχνουν στους άλλους ποιες είναι οι δυνατότητες της μεθόδου και ποια τελειοποίηση μπορούν να έχουν γνωρίζοντας στην πράξη να χρησιμοποιούν καλά τα εργαλεία αυτά.
Στην πραγματικότητα το όλο ζήτημα για την πρακτική εφαρμογή της μεθόδου της μύγας, έγκειται στο να αποφευχθούν τα εμπόδια και να πέσει η μύγα με το σωστό τρόπο.
Συνεπώς, ακόμα κι ο αρχάριος, ο οποίος – επαναλαμβάνω δεν πρέπει να τρομάζει με τις δυσκολίες που απαριθμούν οι ειδικοί ή να κάνει πίσω βλέποντας τα θαύματα των επαγγελματιών του είδους, θα πρέπει να περιοριστεί, (τουλάχιστον μέχρι να γίνει κύριος του εργαλείου) να εφαρμόζει το ρίξιμο της μύγας με τον πιο απλό τρόπο, αποφεύγοντας να πλησιάζει πολύ στο νερό, ρίχνοντας κάθετα στο ρεύμα κι όχι αντίθετα, εφαρμόζοντας το ψάρεμα (ενάντια στο ρεύμα) με την τεχνική του χτυπήματος, μόνο όπου είναι απαραίτητο.

p2048 - Το ρίξιμο και η παρουσίαση της μύγαςΜια καλή συμβουλή, είναι αναμφίβολα να περιορίσει το μήκος των ριξιμάτων, αποφεύγοντας σφάλματα, που μπορούν να προκληθούν απ’ την επιθυμία να φτάσει σε αδύνατες αποστάσεις. Αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει, όπως είπα, την αποτυχία της μανούβρας και την απόκτηση λαθεμένων συνηθειών, που δύσκολα μπορούν να αποβληθούν στη συνέχεια.
Επίσης, τα προοδευτικά ριξίματα, που καθορίζουν το πέσιμο της μύγας σε όλο και μεγαλύτερη απόσταση μέχρι το δυνατό όριο, ανάλογα με το βαθμό εμπειρίας του ψαρά, σχεδόν πάντα επιτρέπουν να γίνει ανίχνευση σε περιοχές αρκετά μεγάλες σ’ένα ποτάμι και έτσι μπορεί να γίνει μεγαλύτερος αριθμός συλλήψεων.Στην πραγματικότητα τη χρήση των εργαλείων για το ψάρεμα με τη σύνθετη ορμιά, θα πρέπει να την μάθουμε σε λιβάδι κι όχι σε ποτάμι, επειδή η φιλοδοξία να πιάσουμε το ψάρι μπορεί να δημιουργήσει απροσεξίες και λάθη. Στο λιβάδι ο αρχάριος φροντίζει αποκλειστικά να κάνει την ενέργεια καλά, να φτάσει δηλαδή σε μια τελειότητα στη χρήση των εργαλείων.

Αυτή είναι μια συμβουλή που ποτέ δεν ακολουθούν οι αρχάριοι και γι’ αυτό δεν θα τη επαναλάβω, γνωρίζοντας πως δύσκολα ο αρχάριος θα την ακούσει, αλλά θα αφεθεί να επηρεαστεί απ’ τον πειρασμό να πάει αμέσως στο ποτάμι και να δοκιμάσει τον ωραίο και υποβλητικό εξοπλισμό.
Η πέστροφα κι ο θύμαλλος ανεβαίνουν να τσιμπήσουν με το χτύπημα λιγότερο συχνά απ’ ότι με το πέρασμα, ιδιαίτερα αν το δόλωμα έχει προκαλέσει παφλασμό (ακόμα κι αν είναι ελαφρύς) στην επιφάνεια. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο και πιάσουμε κάποιο ψάρι, τότε αυτό θα έχει επιτεθεί πιο πιθανά στο δόλωμα ελεύθερα και το αποτέλεσμα του «χτυπήματος» θα έχει μηδενιστεί. Ιδιαίτερα όταν θέλουμε να ψαρέψουμε με έκπληξη, η ανάγκη να ακουμπά μαλακά η μύγα, πρέπει να παίρνεται υπόψη πάντα απ’ τον αρχάριο, επειδή, ενώ ελεύθερη στο ρεύμα η μύγα μπορεί να προσελκύσει την προσοχή της πέστροφας, σε τοποθεσίες όπου είναι δυνατό μόνο το «χτύπημα» τότε δεν θα έχουμε κανένα αποτέλεσμα.

Το λάθος σ’ αυτή τη μέθοδο, προκαλείται προπάντων από έλλειψη συγχρονισμού στη μανούβρα του εξακοντισμού. Αν το διάστημα κατά το οποίο η ορμιά στέκεται πίσω μας θα είναι πολύ μεγάλο, η ορμιά θα πέσει με την άκρη και η μύγα θα χτυπήσει με παφλασμό στην επιφάνεια. Ενώ αν το διάστημα με την ορμιά πίσω απ’ την πλάτη μας θα είναι πολύ μικρό, τότε η ορμιά θα πέσει πρώτη, κάνοντας τον ψαρά να κάνει ένα πιο σοβαρό λάθος, επειδή η ορμιά, βαριά όπως είναι, μαστιγώνει το νερό και την επιφάνεια προκαλώντας μεγαλύτερη αναταραχή.
Ο τέλειος εξακοντισμός, τόσο στη μια όσο και στην άλλη μέθοδο, θα επιτευχθεί όταν η ορμιά και το δόλωμα, τεντωμένα απόλυτα στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο, θα ακουμπήσουν ταυτόχρονα στην επιφάνεια, χωρίς να προκαλέσουν αναταραχή ή τουλάχιστον μεγάλη αναταραχή.
p2046 - Το ρίξιμο και η παρουσίαση της μύγαςΨαρεύοντας άλλα ψάρια, όπως τον καβεδάνο, ο παφλασμός της μύγας δεν είναι καθόλου επιζήμιος κι αντίθετα θα είναι χρήσιμος, γιατί αυτό το ψάρι προσελκύεται απ’ το χτύπημα που κάνει το δόλωμα όταν πέφτει στο νερό.
Αν και το ψάρεμα του καβεδάνου με την σύνθετη ορμιά, εκεί που αυτό το ψάρι αφθονεί, είναι πολύ ευχάριστο εξαιτίας των συνεχών τσιμπημάτων των δολωμάτων από ψάρια ακόμα και μεγάλου μεγέθους, δεν συμβουλεύουμε εντούτοις να αφιερώνεται κανείς συχνά σ’ αυτό το κυπρινιδές, επειδή θα έχει χάσει τη συνήθεια του λεπτού και τέλειου ριξίματος της μύγας όταν θα πρέπει να ψαρέψει την πέστροφα.

Ένα άλλο σφάλμα, που μπορεί να προκαλέσει τη φυγή του ψαριού ή να ξυπνήσει τη δυσπιστία του, είναι το ίχνος που αφήνει στην επιφάνεια η μύγα, που συγκρατείται στο ρεύμα ή σέρνεται απ’ αυτό.
Φυσικά δεν παράγουν όλες οι μύγες ίχνος ορατό ή τουλάχιστον τέτοιο που να είναι επιζήμιο για την επιτυχία του ριξίματος, αλλά προπάντων για τον θύμαλλο το ίχνος είναι κάτι που πρέπει να αποφεύγεται τελείως.
Όταν ο αρχάριος δεν αισθάνεται σίγουρος ή η τοποθεσία δεν έχει χαρακτηριστικά που να εξασφαλίζουν το πέρασμα του δολώματος με τον καλύτερο τρόπο, θα είναι προτιμότερο να ρίξει περισσότερες φορές σε διάφορα σημεία, με τρόπο ώστε να αποφευχθεί μια μεγαλύτερη ζημιά, δηλαδή το ίχνος που θα απομακρύνει το ψάρι ή θα το κάνει διστακτικό στο δάγκωμα.
Κι εδώ, ενώ για τον καβεδάνο το ίχνος είναι εποικοδομητικό, γιατί πολύ συχνά αυτό το ψάρι ακολουθεί τη συρόμενη μύγα στην επιφάνεια, για την πέστροφα και ιδιαίτερα για τον θύμαλλο είναι απόλυτα αρνητικό.

texnhto4 - Το ρίξιμο και η παρουσίαση της μύγαςΑυτό το επιζήμιο φαινόμενο δημιουργείται απ’ την ώθηση που δίνουν τα νερά στην τεντωμένη ορμιά. Η ορμιά ωθούμενη απ’ το ρεύμα, τείνει να δημιουργήσει καμπύλη και να κατέβει προς τα κάτω με μεγαλύτερη ταχύτητα, απ’ ότι η μύγα που είναι
στην επιφάνεια έξω (λόγου χάρη) απ’ το ρεύμα ή μερικές φορές κάτω απ’ την επιφάνεια. Η πέστροφα δύσκολα θα επιτεθεί στο δόλωμα μ’ αυτές τις συνθήκες.
Διάφοροι είναι οι τρόποι για να αποφευχθεί αυτό το φαινόμενο, αλλά ο κυριότερος έγκειται στο να τοποθετηθεί η καμπυλωμένη ορμιά προς τα πάνω τόσο, όσο αρκεί για να ξεπεράσει το επικίνδυνο διάστημα, χωρίς αυτό να έχει επίπτωση στη μύγα.
Η καμπύλη της ορμιάς προς τα πάνω (αντίθετα στο ρεύμα), επιτυγχάνεται αν μετακινήσουμε προς τα πάνω την κορυφή του καλαμιού, την τελευταία στιγμή του ριξίματος. Εκτός απ’ το να αποφύγουμε τη δημιουργία ίχνους, αυτός ο τρόπος που αναφέραμε, επιτρέπει να παρουσιαστεί πιο σωστά η μύγα, δηλαδή η μύγα να τοποθετηθεί πιο μπροστά απ’ την ορμιά.

Μερικές φορές μπορεί να συμβεί το ίχνος (αντίθετα απ’ όλες τις θεωρίες, που είναι επιβεβαιωμένες απ’ την πρακτική) να είναι ακριβώς το απαραίτητο στοιχείο που θα ερεθίσει το πολύ οκνηρό ψάρι, αλλά αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια και μπορούμε οπωσδήποτε να το προσπαθήσουμε, όταν συνεχή κανονικά περάσματα της μύγας, δεν κατάφεραν να ερεθίσουν το ψάρι.
Μερικές φορές είναι χρήσιμο να προκαλέσουμε το ίχνος της μύγας στην επιφάνεια. Δεν θέλω καθόλου να διαγράψω όσα είπα παραπάνω, για την ανάγκη να αποφεύγουμε με οποιοδήποτε τρόπο το ίχνος του δολώματος, αλλά οι κινήσει που θεληματικά προκαλούν σημάδια ιδιαίτερης υφής, μπορούν να γίνουν δεκτά ακόμα κι απ’ τους κλασικούς, επειδή η κίνηση της μίμησης που δεν αναπτύσσεται σε ευθεία γραμμή, αλλά σε ακανόνιστες κινήσεις, μπορεί να προκαλέσει την επίθεση του ψαριού στο δόλωμα, που σε άλλη περίπτωση περιφρονούσε.
Κάνοντας ελαφρές κινήσεις στη σύνθετη ορμιά, μιμούνται αρκετά καλά τις συσπάσεις ενός εντόμου, που έχει πέσει στο νερό και αν γίνονται με σωστό τρόπο, μπορούν να αυξήσουν τις πιθανότητες επίθεσης στο δόλωμα.

texnhto5 - Το ρίξιμο και η παρουσίαση της μύγαςΑυτές οι κινήσεις, που αποσκοπούν στο να προκαλέσουν μια φιδωτή πορεία στην σύνθετη ορμιά, οριζόντια ή κάθετη, είναι πολύ εύκολο να παραχθούν, όταν η ορμιά είναι τεντωμένη στο ρεύμα και η μύγα έχει φτάσει λόγου χάρη κοντά σε μια μεγάλη πέτρα ή σε έναν κορμό, πίσω ή κάτω απ’ τα οποία πιστεύουμε πως μπορεί να κρύβεται ένα ψάρι. Τότε αρκεί να κάνουμε ελαφρές κυματιστές κινήσεις της κορυφής από αριστερά προς τα δεξιά ή από πάνω προς τα κάτω κι αντίστροφα, κι έτσι όλη η ορμιά επαναλαμβάνει τον κυματισμό, που συνεπώς κάνει τη μύγα να κινείται με μικρά τινάγματα.
Θα αναφέρω πως ο καλύτερος τρόπος για να επαναφέρουμε τη μύγα και να την κάνουμε να τρέχει στην επιφάνεια, είναι ν επαναφέρουμε συχνότερα την ορμιά απευθείας με το χέρι, όπως γίνεται όταν ξαναρίχνουμε, κι όχι σηκώνοντας το καλάμι Η μανούβρα μ’ αυτό τον τρόπο είναι πιο εύκολη και ταυτόχρονα να αποφεύγουμε το φαινόμενο που αναφέραμε.
Μερικοί ειδικοί, συνηθίζουν να περνούν γράσο στη συνθετική ορμιά όχι σ’ όλο της το μήκος, που συνήθως τυλίγεται στο καρούλι, αλλά μόνο στο ακρινό μέρος της, έτσι που μόνο ένα μικρό μέρος της ορμιάς μένει στην επιφάνεια, ενώ η άλλη, το πιο πάνω μέρος, βυθίζεται κι έτσι αποφεύγουν να δημιουργηθούν επιβλαβή ίχνη. Πρέπει εντούτοις να παραδεχτούμε πως μ’ αυτή τη μέθοδο, η προσπάθεια στην επαναφορά της ορμιάς για να την ξαναρίξουμε, είναι τόση ώστε να βάζουμε μερικές φορές σε μεγάλη δοκιμασία τα εργαλεία, τα οποία αν κι είναι αρκετά γερά, δεν πρέπει εντούτοις να τα κουράζουμε στο μέγιστο και συνεχώς.

Για ότι αφορά την παρουσίαση της μύγας, συμπληρώνοντας όσα έχω αναφέρει με συντομία προηγουμένως σε σχέση με το ψάρεμα στο ρεύμα και με χτύπημα, θα δώσω μερικά παραδείγματα που παρουσιάζονται πιο συχνά στους ψαράδες.
Όταν το ψάρι βρίσκεται στη μέση του ρεύματος, στ’ ανοιχτά και ακίνητο θα πρέπει να αποφύγουμε να πέσει η μύγα απευθείας επάνω του. Θα πρέπει επίσης να αποφύγουμε να ξεπεράσουμε την απόσταση του ψαριού, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση θα μπορέσει να δει την ορμιά. Τέλος, πρέπει ν’ αποφύγουμε να ρίξουμε την μύγα σε μια θέση πολύ προς τα κάτω, πάντα για τον ίδιο λόγο, γιατί τη στιγμή που η μύγα πηγαίνοντας προς την κατεύθυνση του ψαριού, πιο πάνω απ’ αυτό, ή κοντά στο καταφύγιο του, θα φανερώσει την ύπαρξη της ορμιάς, ακόμα και αν έχει ακουμπήσει με τέλειο τρόπο.
Θα ήταν αναγκαίο αντίθετα, να στείλουμε το δόλωμα λίγο πιο κοντά στο ψάρι, μόλις λίγο πίσω του. Στη μύγα, όταν ρίχνεται πίσω απ’ το ψάρι, τότε με κάθε πιθανότητα θα της επιτεθεί ξαφνικά και ειδικά στα ζεστά νερά, όπου δεν είναι καθόλου σωστό να την ρίξουμε μπροστά απ’ το ψάρι που περιμένει.
Στην περίπτωση που το ρεύμα είναι μέτριο κι η ορατότητα τέλεια, θα είναι απαραίτητο να αποσύρουμε τη μύγα αμέσως μερικά δευτερόλεπτα μετά την επαφή της με την επιφάνεια και να επαναλάβουμε αμέσως το ρίξιμο. Η πέστροφα, ερεθισμένη απ’ το πέσιμο του δολώματος που μόλις μπόρεσε να αντιληφθεί, θα ριχτεί με απληστία στην απομίμηση με το δεύτερο ή τρίτο ρίξιμο.
Όταν το ψάρι βρίσκεται προς τα κάτω σε σχέση με τον άνθρωπο και αρκετά κοντά στην όχθη. ο ψαράς θα πρέπει να φροντίσει η μύγα να πάει λίγο πιο πάνω και πιο ανοιχτά απ’ το θήραμα, έτσι που το ρεύμα θα οδηγήσει τη μύγα κοντά στην πέστροφα, η οποία θα επιτεθεί αναμφίβολα το δόλωμα που τής παρουσιάζεται.

texnhto9 - Το ρίξιμο και η παρουσίαση της μύγαςΣ’ αυτή την περίπτωση είναι δύσκολο να αποφύγουμε το ίχνος του δολώματος και αντίθετα θα συμβουλεύαμε να γίνονται κινήσεις της ορμιάς, όπως περιέγραψα πριν, ή να εγκαταλείψουμε τη μύγα, έτσι ώστε να φτάσει πάνω απ’ το ψάρι χωρίς να προκληθεί κανένα ίχνος. Αυτή η τελευταία μανούβρα είναι σχετικά δύσκολη και μπορεί να γίνει μ’ επιτυχίες μόνο από έναν έμπειρο ψαρά.
Στην περίπτωση, αυτή ο ψαράς θα πρέπει να αποφύγει να ρίξει τη μύγα απευθείας στο ψάρι ή πιο κάτω ή απ’ αυτό, γιατί η ορμιά τότε θα γίνει αντιληπτή.
Μερικοί, αφού προσπαθήσουν χωρίς αποτέλεσμα το πέρασμα της μύγας κοντά στο ψάρι, με τον τρόπο που περιγράψαμε, κάνουν μια τελευταία προσπάθεια που έγκειται στο να ρίξουν στο ύψος του, αλλά πιο κοντά στην όχθη, κάνοντας το δόλωμα να χτυπήσει και αποσύροντας το αμέσως για να το ξαναρίξουν την ίδια στιγμή. Συχνά αυτή η μέθοδος προκαλεί την επίθεση στο δόλωμα, που πριν το ψάρι το περιφρονούσε.
Όταν το ψάρι βρίσκεται προς τα πάνω και κοντά στην όχθη, πρέπει να αποφύγουμε να ρίξουμε απευθείας ή πάνω απ’ αυτό. Η μύγα πρέπει να μείνει μόλις μερικά δευτερόλεπτα στο νερό και να ριχτεί πάλι. Αυτή η περίπτωση είναι η πιο κοινή και προϋποθέτει οπωσδήποτε το «χτύπημα».
Σ’ αυτή την περίπτωση οι ειδικοί, με πολύ στυλ, συνηθίζουν
να εφαρμόζουν το κρουκ, το οποίο έγκειται στην παρουσία της ορμιάς σε μορφή γάντζου. Έτσι η μύγα εμφανίζεται στο ψάρι χτυπώντας μπροστά του.

Το κρουκ είναι οπωσδήποτε μια πολύ δύσκολη μανούβρα . Έχουμε αυτό το αποτέλεσμα, όταν αμολάμε την ορμιά στη τελευταία φάση του εξακοντισμού, όταν η αρματωσιά δεν έχει ακόμα πάρει τη θέση της και συνεπώς στρέφεται προς τον ψαρά.
Όταν παρατηρούμε πως το ψάρι περιμένει κοντά στην απέναντι όχθη, πρέπει να φροντίσουμε να ρίξουμε λοξά τη μύγα και προς το ρεύμα.
Η ορμιά θα πρέπει να είναι όσο το δυνατό τεντωμένη, με  καμπύλη προς τα πάνω, έτσι όπως έχω περιγράψει, με σκοπό αποφύγουμε την περίπτωση που η ορμή του ρεύματος θα δώσει αμέσως μια καμπύλη προς τα κάτω και έτσι θα δημιουργηθεί το επιζήμιο ίχνος.
Αυτή η τελευταία περίπτωση όμως, η παρουσία του ψαρά στην απέναντι όχθη, είναι η πιο ευνοϊκή, ανεξάρτητα απ’ έχει επιδεξιότητα ο ψαράς στο να ρίχνει την ορμιά με  τρόπο, γιατί το ψάρι δύσκολα θα αντιληφθεί τον άνθρωπο  να το πολιορκεί και έτσι η μύγα έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να πετύχει στο σκοπό της.

Πρέπει να σημειώσουμε πως είναι αναγκαίο να μην ξεχνάμε την απόσταση του ψαριού και σε περίπτωση να κάνουμε σχετικά κοντό ρίξιμο που, αν και είναι ( φόρο, επειδή το ψάρι μπορεί να μην θελήσει να καταδιώξει το δόλωμα που κατεβαίνει προς τα κάτω, οπωσδήποτε όμως θα το βάλει σε υποψίες κι έτσι θα μας είναι δυνατό να επαναλάβουμε την όλη μανούβρα, δοκιμάζοντας την τύχη.
Τέλος, όταν το ψάρι βρίσκεται κάτω απ’ τη όχθη, τότε πρέπει να βρούμε σαν σημείο αναφοράς κάποιο σημάδι: ένα λουλούδι, ή κάποιο χόρτο που στη συνέχεια θα μπορούμε να αναγνωρίσουμε εύκολα. Τότε με έναν μεγάλο γύρο στο ύψος του σταθερού αυτού σημείου και ίσως λίγο πιο πέρα αποφεύγοντας να πλησιάσουμε απευθείας το ψάρι και να καλέσουμε καθώς περπατάμε κάποιο θόρυβο. Όταν βρούμε τη θέση του ψαριού απ’ το σημείο αναφοράς στην όχθη, χωρίς να πλησιάσουμε στο νερό περισσότερο από ότι  χρειάζεται για να το φτάσουμε με το ρίξιμο της ορμιάς, ρίξουμε με τρόπο ώστε να πέσει όλη στη γη, αφήνοντας να ακουμπήσει στο νερό μόνο η αρματωσιά ή η μύγα. Αυτή η κασία λέγεται απ’ τους Αγγλους, που την εφαρμόζουν συχνά, «κρος κάουντρυ».
Έτσι πιστεύω πως εξέτασα με σχετικά ικανοποιητικό πρακτικό τρόπο, τις περιπτώσεις που μπορούν να παριστούν ψαρεύοντας με τη μύγα και τις διάφορες δυνατότητες να ξεπερνάμε τις σχετικές δυσκολίες που παρουσιάζονται.

Share