Σύμφωνα με αναρίθμητες μαρτυρίες της ιστορικής εποχής, οι Έλληνες υπήρξαν μεγάλοι καταναλωτές κρέατος κι ειδικά αυτό των θηραμάτων.

alia2 - Το ψάρεμα στην αρχαία ΕλλάδαΤο κρέας το έτρωγαν πολύ ψημένο με σάλτσες αρκετά πολύπλοκες και πικάντικες.
Αργότερα έμαθαν να εκτιμούν και το ψάρι και κατά συνέπεια επιδόθηκαν εντατικά στο ψάρεμα και σε κάθε δραστηριότητα που σχετιζόταν με την επεξεργασία και διατήρηση του ψαριού, όπως και στην ιχθυοκαλλιέργεια. Το φρέσκο ψάρι ήταν καλοδεχούμενο στα τραπέζια όλων των τάξεων της ελληνικής κοινωνίας, που προτιμούσαν όμως το διατηρημένο ψάρι, σύμφωνα με διάφορες αρκετά τελειοποιημένες τεχνικές που πρόσφεραν ένα νόστιμο προϊόν.
Για παράδειγμα, ο τόννος , που έπιαναν με σταθερά και κινητά δίχτυα, τρωγόταν και φρέσκος αλλά πιο συχνά τον έγδερναν, τον έκοβαν κομμάτια και τον διατηρούσαν με λάδι κι αλάτι, παράγοντας ένα καταναλωτικό προϊόν ισάξιο μ’ αυτό που κυκλοφορεί στο εμπόριο στις μέρες μας.
Αν πιστέψουμε τις μαρτυρίες διάφορων Ελλήνων συγγραφέων, μπορούμε να θεωρήσουμε πως το επεξεργασμένο προϊόν ήταν πιο προσεγμένο και πιο τέλειο απο τα σημερινά . Πράγματι  οι Έλληνες αρωμάτιζαν το λάδι πριν βάλουν το ψάρι, έτσι ώστε τα διατηρημένα προϊόντα έπαιρναν μια υπέροχη γεύση.
Πολυάριθμα άλλα ψάρια διατηρούντο με τον τρόπο τού παστώματος ή της αποξήρανσης. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν κι οι αντζούγες, που έπιαναν σε μεγάλες ποσότητες και τα χέλια που κύρια διατηρούνταν στο λάδι (ή ψήνονταν με κρασί και ειδικούς τύπους μπαχαρικών), έτσι ώστε να μπορούν να φαγωθούν μετά από πολύ καιρό. Χέλια και ψάρια του γλυκού νερού διατηρούντο ζωντανά σε δεξαμενές, που γέμιζαν από ποτάμια κι έτσι οι Έλληνες τα εμπορεύονταν φρέσκα. Πρέπει να πούμε πως, από την έλλειψη ψαριών του γλυκού νερού, στο εσωτερικό της χώρας, οι Έλληνες προτιμούσαν τα θαλάσσια ψάρια.
Με τα εντόσθια διάφορων ειδών ψαριών, αφού τα έπλεναν, τα ανακάτευαν, τ’ αλάτιζαν και τα επεξεργάζονταν, ετοίμαζαν σάλτσες διάφορων ειδών, τις οποίες πρόσθεταν σε φαγητά.
Από το ενδιαφέρον, που έδειχναν οι λαοί της Ελλάδας για τα θαλάσσια προϊόντα, οι κάτοικοι των ακτών και των νησιών έγιναν μεγάλοι ψαράδες και σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Οππιανού και του Ηλιανού, εξελιγμένοι τεχνικοί του εντατικού ψαρέματος.
Πρέπει να προσθέσουμε, ότι σε μια πρώτη φάση, το ψάρεμα δεν θεωρείτο επάγγελμα αλλά μια ταπεινή απασχόληση, με την οποία ασχολούντο συστηματικά εκτός από τους έμπορους, άνθρωποι εξαθλιωμένοι.
Πράγματι, ενώ το κυνήγι θεωρείτο ευγενής άσκηση, που ανέπτυσσε ηθικά και φυσικά τον άνθρωπο, το ψάρεμα περιφρονείτο. Ο μοναχικός ψαράς, έστω κι αν ψάρευε για σπορ, θεωρείτο άτομο αδύναμο κι ανάξιο.
Επειδή οι Έλληνες μέχρι τον πέμπτο π.χ αιώνα, δεν ήταν μεγάλοι θαλασσοπόροι, το ψάρεμα περιοριζόταν μέχρι εκείνη την εποχή, σε ατομικό επίπεδο και γινόταν από την ακτή ή από ελαφρά πλεούμενα- Ενώ το κυνήγι ασκεί το απ’ τους ευγενείς και τις προνομιούχες τάξεις, το ψάρεμα ήταν απασχόληση των φτωχών που έβγαζαν απ’ την θάλασσα τ’ απαραίτητα προς το , ειν.
Αν το ψάρεμα δεν είχε μεγάλο ενδιαφέρον όσον αφορά την πρακτική του εφαρμογή, ωστόσο προκαλούσε το ενδιαφέρον      π( των επιστημόνων και των μελετητών
Πράγματι η παρατήρηση τών συνηθειών των ψαριών κι η γνώση της κατάταξης τους σε είδη ήταν αρκετά διαδομένες       στους Έλληνες.
Ο Αριστοτέλης απαριθμεί και ταξινομεί εκατόν δέκα είδη τι ψαριών και δείχνει τον τρόπο να προσδιορίζουμε την ηλικία α: τους με βάση το σχήμα των λεπιών, πράγμα αξιοσημείωτο για πι την εποχή του. αν σκεφτούμε ότι τον Μεσαίωνα τα γνωστά είδη ήταν μόλις εκατόν πενήντα).Δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς, που θεωρούνται κλασσικοί,       και ασχολούνται με τα ψάρια και το ψάρεμα και που η φήμη  τους έχει φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Ο Όμηρος πολλές φορές στις παρομοιώσεις του συγκρίνει την στάση του ψαρά και την  συμπεριφορά των ψαριών έξω απ» το νερό. Ο Πλούταρχος δίνει  άφθονες τεχνικές συμβουλές στους ψαράδες, ενώ ο Οππιανός στην «Αλιευτική» του, περιγράφει πρακτικά όλα τα αλιευτικά συστήματα της εποχής του.
A5 - Το ψάρεμα στην αρχαία ΕλλάδαΤο ψάρεμα μ’ αγκίστρι ήταν πολύ διαδομένο σ’ αυτές τις σ πραγματικά πλούσιες σε ψάρι ακτές τής Ευρώπης. Γινόταν με τι κοντό και δύσκαμπο καλάμι, μακρύ τρία ή τέσσερα μέτρα κι η  πετονιά είχε το ίδιο μήκος του καλαμιού κι ήταν φτιαγμένη από τρίχες ουράς αλόγου. Το αγκίστρι ήταν από μπρούτζο  σημαντικής τελειότητας, ενώ ο φελός ήταν μελετημένης μορφής, έτσι ώστε είχε την καλύτερη δυνατή λειτουργικότητα.
Το αγκίστρι δολωνόταν με ψόφια ή ζωντανά ψάρια, ανάλογα  με το είδος που θέλανε να ψαρέψουνε ενώ στους Έλληνες δεν ήταν άγνωστη κι η ζύμη, το βραστό στάρι και το κρέας. Για τα ψάρια των βαθιών νερών δόλωναν μαλάκια, κομμάτια  ή από κοτόπουλο, εντόσθια ψαριών ή άλλων ζώων. Για παράδειγμα, το ψάρεμα του κέφαλου, συνηθισμένο είδος σ’ αυτές τις ακτές, γινόταν με ζύμη από ψωμί και πηγμένο γάλα. δηλαδή τυρί από κατσικίσιο γάλα, μ’ άλλα λόγια με επεξεργασμένα δολώματα, που μοιάζουν πολύ μ’ αυτά που χρησιμοιποιούν οι ψαράδες στις μέρες μας.
Και το ψάρεμα με όπλα ρίψης, γάντζους και καμάκια γινόταν με περισσή ικανότητα, κύρια για το ψάρεμα του ξιφία και των μεγάλων ψαριών. Πριν αρχίσουν να χρησιμοποιούνται, με την κατοπινή συχνότητα, τα συρτά δίχτυα, οι ναυτικοί της ακτής, επειδή γνώριζαν την έλξη που ασκεί το φως στα κοπάδια των ψαριών, ψάρευαν ομαδικά με πολλές βάρκες, φωτίζοντας την θάλασσα μ’ αναρίθμητους δαυλούς και πλέοντας έτσι ώστε, να κατευθύνουν τα ψάρια προς μεγάλα κατακόρυφα δίχτυα, που στόχο είχαν να σταματήσουν την πορεία τους και να τα κάνουν ν’ ανέβουν στην επιφάνεια, όπου ήταν εύκολο να χτυπηθούν με καμάκια.
Στους Έλληνες, δεν ήταν άγνωστη ούτε η τεχνική της δηλητηρίασης, ή μάλλον, της αναισθησίας των ψαριών. Αν και δεν γνώριζαν δραστικές δηλητηριώδεις ουσίες, οι Έλληνες έπιαναν σημαντικές ποσότητες ψαριών χύνοντας στο νερό, κύρια σε στενές και άβαθες περιοχές, ένα μίγμα κρασιού και αρωματικών ουσιών και κύρια μύρου. Τα ψάρια ζαλισμένα, ανέβαιναν στην επιφάνεια για λίγα λεπτά, όσο έφτανε δηλαδή για να τα καμακώσουν ή να τα μαζέψουν.
Αναφέρα, πριν από λίγο, ότι ο Έλληνας ψαράς με την παρατήρηση, έμαθε τις συνήθειες των ψαριών. Υποστηρίζεται ότι μεγάλες ποσότητες πετρόψαρων, πιθανά σεράνια, πιάνονταν με μια πετονιά που είχε πολλά βαρίδια, και ένα ή περισσότερα αγκίστρια, αφού πρώτα έριχναν στο νερό ένα ζωντανό ψάρι (που είχαν πιάσει πριν και δεμένο με λεπτό σπάγγο) που, ενώ χτυπιόταν, μάζευε τους συντρόφους του, από τη φύση τους περίεργοι, κοντά στην πετονιά.
Κάπως έτσι σήμερα σε μερικά ποτάμια και λίμνες τής Γαλλίας ψαρεύουν την πέρκα, εκμεταλλευόμενοι την περιέργεια της.
Η μεγαλύτερη εξέλιξη του εντατικού ψαρέματος πραγματοποιείται με την υιοθέτηση (που νομίζουμε κατοπινή των ομηρικών χρόνων) μεγάλων κατακόρυφων συρτών διχτύων.
Πρώτα αυτά τα δίχτυα ήταν κατασκευασμένα από τοπικές φυτικές ίνες. ενώ αργότερα με ανθεκτική ίνα αλόης.
Τα κατακόρυφα δίχτυα χρησίμευαν για το εντατικό ψάρεμα της αντζούγιας, που πέρναγε σε μεγάλα κοπάδια και σε μικρή απόσταση απ» την ακτή, ενώ αργότερα το ενδιαφέρον των επαγγελματιών ψαράδων στράφηκε στον τόννο.
Τον άσπρο τόννο τον ψάρευαν με ελαφρά κινητά θυννεία, που μεταφέρονται στα περάσματα, μ’ ενωμένες βάρκες. Αυτά τα δίχτυα ή μάλλον αυτά τα συστήματα διχτύων ήταν εντελώς όμοια με τα σημερινά σταθερά και κινητά θυννεία τής Μεσογείου, μόνο που είχαν μικρότερες διαστάσεις.
Για τον κόκκινο τόννο. ψάρι με τεράστια δύναμη και μέγεθο, έστηναν σταθερές παγίδες, όμοιες με τα σημερινά σταθερά θυννεία: συστήματα διχτύων που σχημάτιζαν διαδρόμους για να οδηγήσουν το ψάρι στην «κάμαρα του θανάτου».
alia1 - Το ψάρεμα στην αρχαία Ελλάδα
Αυτά τα θυννεία στήνοντο κύρια κοντά στις ακτές της Σικελίας και πιο αργά. όταν οι Έλληνες έδιωξαν τους Φοίνικες, στις ακτές της Ισπανίας. Η επεξεργασία για την συντήρηση του ψαριού γινόταν στην πιο κοντινή ακτή, σε σταθμούς που είχαν δημιουργηθεί ακριβώς γι αυτό τον σκοπό.
Ο Οππιανός περιγράφει τα θυννεία; «Απλώνεται στην θάλασσα ένα σύστημα διχτύων που έχουν την ίδια διάρθρωση με μια πόλη. Ξεχωρίζουν διάδρομοι, πόρτες και δρόμοι. Οι τόννοι φτάνουν στην σειρά, σφιγμένοι όπως οι φάλαγγες ενός λαού που αποδημεί. Υπάρχουν νέοι. γέροι και μέσης ηλικίας.
Αυτοί εισέρχονται αναρίθμητοι στο σύστημα τον διχτύων κι αυτή η κίνηση δεν σταματάει παρά μόνο όταν το θελήσουμε ή όταν δεν υπάρχει άλλος χώρος. Έτσι γίνεται ένα υπέροχο ψάρεμα».
Αυτή η περιγραφή του Οππιανού μας επαναλαμβάνει ότι όλοι εμείς, άμεσα ή έμμεσα, μέσα από κινηματογραφικά ντοκυμανταίρ, ξέρουμε για το ψάρεμα του τόννου με θυννεία. Αυτές οι σταθερές εγκαταστάσεις συμπληρώνοντο με παρατηρητήρια στις ακτές, σαν κι αυτά που έχουν στην Σικελία για ίο ψάρεμα του ξιφία. Τα κοπάδια των τόννων διακρίνονταν εύκολα απ1 τους παρατηρητές, που την κατάλληλη εποχή, περίμεναν αδιάκοπα για πολλές μέρες. Τον κατάλληλο χρόνο οι βάρκες των ψαράδων πήγαιναν στις εγκαταστάσεις κι έτσι άρχιζε το ψάρεμα, που τέλειωνε με την εξόντωση των τόννων.

Όπως είπαμε πρωτύτερα, ένα άλλο ψάρι που πιανόταν μαζικά, διατηρείτο και προτιμείτο στο τραπέζι των ελλήνων, κύρια των φτωχών, ήταν η αντζούγια. Η ποσότητα των αντζουγιών που πιανόταν με τα δίχτυα, ήταν πραγματικά εκπληκτική, όπως αναφέρει ο Οππιανός: «Οι αντζούγες σφίγγονται μεταξύ τους σχηματίζοντας ένα μπλοκ, σαν να τις συγκρατεί κάποιος ισχυρός δεσμός. Είναι τόσο πολύ συγκεντρωμένες ώστε είναι κάταιο να προσπαθήσει κανείς να διασπάσει τον σχηματισμό :ους ή να χωρίσει το τεράστιο κοπάδι που σχηματίζουν. Συχνά η συνάντηση μ’ ένα τέτοιο κοπάδι σταματάει τα πλοία, όπως θα έκανε ένας βράχος.
Πράγματι, παρά την προσπάθεια των μπράτσων, τα κουπιά μένουν μπλοκαρισμένα απο αυτή την πυκνή λεγεώνα και παράλυρα απ’ την πυκνότητα της. Θάλεγε κανείς ότι το πλοίο συγκροτήθηκε με ογκόλιθο. Όταν οι ψαράδες τις βλέπουν έτσι στριμωγμένες μεταξύ τους, τις κυκλώνουν μ’ ευχαρίστηση με :α δίχτυα τους και τις οδηγούν στην παραλία, όπου πραγματοποιούν μια εξαίρετη ψαριά. Οι βάρκες τους είναι γεμάτες μέχρι επάνω κι έτσι κατευθύνονται στην ακτή».
Αναφέρονται ακόμη περίεργα αλιευτικά συστήματα, ειδικά μ’ αγκίστρι, για πετρόψαρα όπως και για κήτη. Για παράδειγμα, διηγούνται για φάλαινες πιασμένες μ’ αγκίστρι, ένα διπλό αγκίστρι δολωμένο με ψάρι. Όμως αναμφίβολα αυτό το ψάρεμα γινόταν για μεγάλους καρχαρίες κι όχι βέβαια για φάλαινες.
Ακόμη και το ψάρεμα του τόννου με τσαπαρί ήταν γνωστό στους Έλληνες, που σ’ αυτόν τον τομέα ήταν πραγματικοί δάσκαλοι. Έπιαναν μεγάλο αριθμό τόννων με γερά σιδερένια αγκίστρια με φτερά διάφορων χρωμάτων
Είπαμε προηγούμενα πως οι Έλληνες ψαράδες σπάνια ψάρευαν σε γλυκά νερά. γιατί η Ελληνική γη είναι φτωχή σε λίμνες και ποτάμια, γι» αυτό κι αυτή η δραστηριότητα είχε παραμεληθεί. Όμως σ’ άλλες περιοχές, όπως η Μακεδονία, το ψάρεμα στα γλυκά νερά ήταν πολύ αναπτυγμένο.
Αξιοσημείωτο κι ενδιαφέρον, είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος των ψαριών που ζούσαν στα ποτάμια, πιθανά πέστροφες και Ούμαλλα, πιάνονταν με τεχνητή μύγα.
Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως η τεχνητή μύγα ήταν μια τέλεια απομίμηση τα)ν εντόμων που ζούσαν στις όχθες των ποταμιών. Η πιο συχνή απομίμηση ήταν ενός μεγάλου τάβανου, που αφθονούσε στις όχθες με πυκνή βλάστηση.

Πηγή παγκόσμια εγκυκλοπαίδεια ψαρέματος 

Share