Συμμαχίες και συγκρούσεις

Η απληστία για τον όλο και μεγαλύτερο πλούτο, που απόκτησαν οι Σκανδιναυοί με το ψάρεμα της ρέγγας, καθόρισε μια σειρά αντιθέσεων, που αρκετά συχνά λύθηκαν με την βία και τις συγκρούσεις.

ksilopodara - Το ψάρεμα στον μεσαίωναΗ απληστία για τον όλο και μεγαλύτερο πλούτο, που απόκτησαν οι Σκανδιναυοί με το ψάρεμα της ρέγγας, καθόρισε μια σειρά αντιθέσεων, που αρκετά συχνά λύθηκαν με την βία και τις συγκρούσεις.
Μεταξύ των Δανών, Γερμανών και Σουηδών ψαράδων το πνεύμα του συναγωνισμού μετατράπηκε σε ανοιχτή έχθρα, που ξαναζωντάνεψε παλιά εθνικά μίση. Πολυάριθμες υπήρξαν οι ένοπλες συγκρούσεις στην θάλασσα, όπου πρωταγωνιστές δεν ήταν οι πολεμιστές των αντίστοιχων χωρών, αλλά απλοί οπλισμένοι ψαράδες.
Είναι αλήθεια πως συχνά τα ψαροκάικα συνοδεύονταν από οπλισμένους άντρες επιβιβασμένους σε ξεχωριστά σκάφη με στόχο να υπερασπίσουν τους ψαράδες, χωρίς να νοιάζονται καθόλου για το ψάρεμα και τα αποτελέσματα του. Όμως συχνά ήταν οι ίδιοι οι ψαράδες που οπλιζόντουσαν για να αμυνθούν, από απρόβλεπτες επιθέσεις, ή για να επιτεθούν σε αντίπαλα  σκάφη.                                                                                        Δεν ήταν σπάνια η περίπτωση συγκρούσεων μεταξύ ψαράδων της ίδιας χώρας. Αυτή η κατάσταση, από το 1300 και μετά (: χειροτέρευε συνέχεια. Τέλειωσε το 1410 όταν η Μαργαρίτα ? του Βάλντεμιρ, η εξουσία της οποίας εκτεινόταν στην Δανία. την Σουηδία και την Νορβηγία, θέσπισε έναν Σκανδιναυϊκό νόμο που, εκτός από επίκαιρος, ήταν κι αρκετά καλά συγκροτημένος.
Ο νόμος όριζε σαν βασική αρχή πως το ψάρεμα στην θάλασσα ήταν ελεύθερο για όλους, χωρίς εθνικές προκαταλήψεις, οπότε και ψαράδες από άλλες χώρες μπορούσαν ν’ αντλήσουν < από τους ανεξάντλητους πόρους της θάλασσας, χωρίς κανένας  να μπορεί να αντιταχθεί.
Πάντως, παίρνοντας υπ’ όψη πως τα εθνικά μίση δεν μπορούσαν να ξεχαστούν με την απλή θέσπιση μιας αρχής, ο νόμος πρόβλεπε τον διαχωρισμό των αλιευτικών περιοχών σε ειδικούς τομείς και ο καθένας από αυτούς παραχωρείτο στις διάφορες εθνικότητες. Πρόκειται για ένα ισότιμο και σωστό νόμο, που έπαιρνε υπ’ όψη του όλες τις τεχνικές και ψυχολογικές λεπτομέρειες του κόσμου της θάλασσας και των ψαράδων εκείνη την εποχή και σε εκείνες τις συγκυρίες. Ο Σκανδιναυϊκός Νόμος απαγόρευε πράγματι στους ψαράδες να έχουν οποιουδήποτε είδους όπλα. Απαγόρευε το νυχτερινό ψάρεμα και όριζε πως το μάζεμα των διχτύων έπρεπε να γίνεται αποκλειστικά την μέρα.
Απαγόρευε να εμπορεύονται την κάθε φορά περισσότερα ψάρια από όσα μπορούσε να χωρέσει ένα κάρο. Αυτό το μέτρο σαν σκοπό είχε να μην επιτρέπει στους ψαράδες (εξ αιτίας της απληστίας τους για συνεχή εκμετάλλευση) να βγαίνουν έξω από τις περιοχές που τους είχαν δοθεί, μπαίνοντας στα όρια των άλλων και προκαλώντας συγκρούσεις.
Για την εφαρμογή αυτών των μέτρων ο νόμος πρόβλεπε την απαγόρευση του παπτώματος των ψαριών στις βάρκες όπως και το εμπόριο τους στην θάλασσα και έτσι απόφευγε την διαφυγή του ελέγχου.
Ο Νόμος ήταν πολύ αυστηρός. Πρόβλεπε αυστηρές ποινές και έφτανε μέχρι την ποινή του θανάτου για τους αισχροκερδείς, που ετοίμαζαν πρόχειρα το προϊόν ή εμπορεύονταν χαλασμένα ψάρια.
Δεν ήταν μόνον οι Σκανδιναυοϊ που κέρδισαν τεράστιες περιουσίες με το ψάρεμα της ρέγγας. Κι οι κάτοικοι των Κάτω Χωρών κι ειδικά οι Ολλανδοί έβγαλαν πολλά χρήματα με αυτή την δραστηριότητα. Όπως είναι γνωστό, οι Ολλανδοί, που κατοικούν σ» έναν τόπο με φτωχούς φυσικούς πόρους, ήταν ικανότατοι κατασκευαστές πλοίων και κάθε είδους σκάφους.
Μεγάλοι θαλασσοπόροι κι εξαίρετοι ναυτικοί, οι Ολλανδοί » ήταν και υπέροχοι ψαράδες. Ο Βολταίρος πίστευε πως ένα μεγάλο μέρος από τα πλούτη του ¶μστερνταμ, είχε τις ρίζες του στο ψάρεμα και στην επεξεργασία των προϊόντων του και κύρια των ρεγγών.
Λαός έξυπνος και πειθαρχημένος, οι Ολλανδοί στόχεψαν, στην ποσότητα, και στην ποιότητα του διατηρούμενου προϊόντος. Από το 1300 στο ¶μστερνταμ ίσχυαν αυστηροί νόμοι που κανόνιζαν τις διαδικασίες για την επεξεργασία και διατήρηση του ψαριού. Οι ρέγγες ψαρεύονταν σε τεράστιες ποσότητες μια και οι Ολλανδοί ψαράδες ακολουθούσαν παντού τις μετακινήσεις των κοπαδιών. Έπλεαν και ψάρευαν σ» όλο το Βορρά, χρησιμοποιώντας αρκετά μακριά δίχτυα, δικής τους εφεϋρεσης, όμοια με τα σύγχρονα, κατασκευασμένα έτσι ώστε να εξασφαλίζουν την μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα ψαριών.
Μετέτρεψαν λοιπόν αυτή τους την δραστηριότητα σε μιαν ανθίζουσα βιομηχανία, φροντίζοντας συνέχεια την τελειοποίηση των διαδικασιών επεξεργασίας και συντήρησης των ψαριών.
Το 1400 ο Μπένκελς ανακάλυψε την διαδικασία καπνίσματος των ρεγγών, όπως και τον τρόπο συντήρησης τους στα χαρακτηριστικά βαρέλια, πράγμα που από μόνο του. αντιπροσωπεύει την εισροή αμύθητου πλούτου για τους Ολλανδούς ψαράδες και ειδικά για όλους αυτούς που ασχολούνταν με την επεξεργασία των ψαριών.
Το 1439 τα κοπάδια των ρεγγών ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος από αυτά, για άγνωστους λόγους, μετατοπίστηκαν δυτικότερα, οπότε όλοι οι Ευρωπαίοι ψαράδες, που πριν δεν απομακρύνονταν πολύ απ’ τη στεριά, αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν αυτή την μεγάλη αποδημία των ψαριών. Προηγούμενα οι Νορμανδοί και Ολλανδοί ψαράδες της ρέγγας αποβιβάζονταν συχνά στις αγγλικές ακτές, για την άμεση επεξεργασία των ψαριών.
Σε αυτές τις ακτές συναντούσαν τους Εγγλέζους του Σάφολκ, που ήταν κι αυτοί εξαίρετοι θαλασσοπόροι και ψαράδες .Πράγματι και στην Αγγλία άνθιζε αυτή η δραστηριότητα και η ανάγκη δημιουργίας ενός κέντρου για την επεξεργασία και το εμπόριο των ψαριών, καθόρισε την εμφάνιση στις όχθες του ποταμού Γιάρ, μιας πόλης που θα γινόταν το πιο σημαντικό εμπορικό κέντρο του διατηρημένου ψαριού, το Γιάρμουθ.
Σε αυτό το κέντρο Σάξωνες και Νορμανδοί, πριν την εισβολή της Αγγλίας από τους τελευταίους, συνεργάζονταν ενεργητικά. Μετά την Νορμανδική εισβολή, οι δεσμοί της φιλίας και της συνεργασίας μεγάλωσαν περισσότερο.
Ενώ σε όλη την Αγγλία το μίσος για τον Νορμανδό κατακτηκή ξεσπούσε σε συχνές εξεγέρσεις, και προ πάντων απαγόρευε κάθε είδους συνεργασία με τον προερχόμενο από την Γαλλία εχθρό,σε αυτές τις εγγλέζικες ακτές Σάξωνες και Νορμανδοί ψαράδες ζούσαν φιλικά χωρίς να νοιάζονται καθόλου για τις συνθήκες και τις πολιτικές αιτίες οποιουδήποτε πολέμου.
Αυτή η φιλία και συνεργασία τέλειωσε όταν, μετά την αποδημία των ψαριών που αναφέραμε προηγούμενα, ο Ριχάρδος ο Β. ανησυχώντας για την εισροή ξένων ψαράδων, που εγκαθίσταντο μόνιμα ή προσωρινά στις εγγλέζικες ακτές και έχτιζαν εγκαταστάσεις για την επεξεργασία του ψαριού και κατάστρεφαν με τον συναγωνισμό τους την δραστηριότητα των Σαξώνων ψαράδων, απαγόρεψε μ» ένα διάταγμα κάθε επεξεργασία; από τους ξένους, της ρέγγας σε αγγλικό έδαφος. Φαίνεται ότι αυτή η απόφαση βρήκε σύμφωνους και τους Σάξωνες που, όπως συμβαίνει πάντα με την σύγκρουση συμφερόντων, ξέχασαν την παλιά φιλία και συμπεριφέρθηκαν εχθρικά στους παλιούς τους συντρόφους.
Αυτές οι συνθήκες δεν διαμορφώθηκαν παντού, αλλά πάντως η συνεργασία που είχε βασιστεί παλιά σε συνθήκες που όλα τα μέρη είχαν δεχτεί ειρηνικά, κανονίστηκε διαμέσου συμφωνιών γραπτών συμβολαίων ανάμεσα σε Αγγλικής και άλλης εθνικότητας ψαράδες και ειδικά ανάμεσα στους Εγγλέζους και τους Νορμανδούς ψαράδες.
. Όταν οι Εγγλέζοι κατέλαβαν το Καλαϊ, απαίτησαν να απαγορευτεί το ψάρεμα των Γάλλων στην περιοχή. Ο Βασιλιάς της Γαλλίας ήταν έξω από το κράτος ώστε να μπορέσει να κάνει σεβαστά τα δικαιώματα των υπηκόων του και όταν οι πολίτες της Διέππης ζήτησαν την προστασία του, το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να αρματώσει τρία καράβια για να προστατέψουν τους ψαράδες, κατά την διάρκεια της αλιείας της ρέγγας. Δεν είναι γνωστό αν αυτό το μέτρο υπήρξε αποτελεσματικό. Όμως δυο χρόνια αργότερα ο Κάρολος ο ΣΤ κάλεσε τους ψαράδες της Διέππης και της Βουλώνης, να προμηθευτούν από τον διοικητή του Καλαί άδειες για το ψάρεμα, με τον όρο να ψαρεύουν στον Σηκουάνα και τον Σομ και μονάχα μέχρι τα Χριστούγεννα, συμφωνώντας με τους Εγγλέζους ψαράδες του Καλαί. Βρίσκονται στα αρχεία της εποχής, τα ίχνη πολλών συμφωνιών αυτού του πνεύματος και που πάντα σχετίζονται με την εποχή της ρέγγας. Σημαντικό ήταν αυτό το ψάρεμα τόσο για τους ¶γγλους όσο και για τους Γάλλους.
Έτσι το 1403 συμφωνήθηκε ότι καράβια των δύο χωρών μπορούσαν να ψαρεύουν μαζί στις εκβολές του Τάμεση, στο νησί Γουάιτ και στην Γκραβελίν στις εκβολές του Σηκουάνα.
Αν από την σφορδρότητα των ανέμων ή για να ξεφύγουν από τους πειρατές, οι Γάλλοι ψαράδες ήταν αναγκασμένοι να καταφύγουν σε ένα από τα λιμάνια της γαλλικής ακτής που κατείχαν οι ¶γγλοι, εκεί έβρισκαν καλή υποδοχή και σιγουριά για τους εαυτούς τους και τα υπάρχοντα τους, και ήταν εξουσιοδοτημένοι να ανεφοδιαστούν με τα τρόφιμα και τα εργαλεία που είχαν ανάγκη. Το έθιμο να εξαιρούν τους ψαράδες από τις εχθροπραξίες των χωρών τους, ήταν γενικό του Μεσαίωνα. Δυστυχώς δεν διατηρήθηκε στην συνέχεια, αλλά ίσχυε μέχρι τον ΙΣΤ αιώνα ».
Και μετέπειτα, μέχρι το 1600, ήταν έθιμο να εφοδιάζουν με άδειες τους ψαράδες των εχθρικών χωρών, για να μπορέσουν να συνεχίσουν την δραστηριότητα τους.
Στην Γαλλία κέντρα αλιείας κι επεξεργασίας του ψαριού ήταν η Βουλώνη. Το μεγαλύτερο από αυτό ήταν η πόλη του Φεκάμ, διάσημη για τους ψαράδες της, όπως και για την επεξεργασία του ψαριού. Σε αυτή την πόλη κάθε χρόνο .γινόταν ένα μεγάλο πανηγύρι αλιείας, κατά την διάρκεια του οποίου, γινόταν δραστήριο εμπόριο των διατηρημένων ψαριών. Οι ψαράδες τού Φεκάμ ήταν τόσο ικανοί που κι οι ίδιοι οι Εγγλέζοι ψαράδες, τους έδιναν την δυνατότητα να ψαρέψουν ακόμα και στην διάρκεια των συγκρούσεων ανάμεσα στις δυο χώρες.
Στην Βουλώνη ήταν πιο συχνό το εμπόριο του ψαριού παρά το ίδιο το ψάρεμα, αν κι οι ναυτικοί αυτής της πόλης ήταν γνωστοί για την ικανότητα τους. Πάντως, η μεγαλύτερη ή μικρότερη άνθιση των κύριων και των δευτερευουσών δραστηριοτήτων του ψαρέματος της ρέγγας, όπως και οποιουδήποτε άλλου θαλασσινού, καθορίζονταν φυσικά από την γεωγραφική θέση των αλιευτικών κέντρων κι από τις αλιευτικές οργανώσεις.

cenegetika 1060 - Το ψάρεμα στον μεσαίωναΤο ψάρεμα του μπακαλιάρου
Τον παλιό καιρό, αν κι οι μπακαλιάροι αφθονούσαν στις θάλασσες που διέπλεαν οι ψαράδες του Βορρά, φαίνεται ότι αυτό το είδος, δεν τους ενδιέφερε και πολύ. Οι παράκτιοι πληθυσμοί τρέφονταν με άλλα θαλασσινά είδη, ενώ στους κατοίκους του εσωτερικού γενικά δεν άρεσε το ψάρι.
Μόνο γύρω στο 900 το ψάρεμα του μπακαλιάρου αναπτύχθηκε από τους Ολλανδούς ψαράδες και από τους παράκτιους λαούς της Βόρειας Ευρώπης, κύρια από τους Νορβηγούς.
Φαίνεται πως η μετατόπιση του κέντρου αλιείας από το Βάγκανστο Μπέργκεν, που έγινε γύρω στο 1100, καθορίστηκε από την μεγάλη ποσότητα μπακαλιάρων που ψαρεύονταν στην θάλασσα αυτής της τελευταίας πόλης, για την οποία σύντομα οι Νορβηγοί έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον.
Θεωρούμε πως το μαζικό ψάρεμα του μπακαλιάρου ξεκίνησε κι αναπτύχθηκε σημαντικά στην Νορβηγία προτού ακόμα οι ψαράδες των άλλων χωρών καταλάβουν την οικονομική σημασία γι’ αυτό το πολύτιμο θαλασσινό προϊόν.
Πράγματι το κέντρο τού Μπέργκεν αναπτύχθηκε για άλλα εκατό χρόνια, πριν οι Δανοί κι οι Γερμανοί ενδιαφερθούν για την εντατική αλιεία του μπακαλιάρου. Γύρω στο 1200 το εμπόριο αυτού του προϊόντος ανάμεσα στους Νορβηγούς και τους ψαράδες κι έμπορους άλλων χωρών της Ευρώπης ήταν αρκετά σημαντικό κι έτεινε ν’ αυξηθεί με εντατικούς ρυθμούς.
Το ενδιαφέρον για τον μπακαλιάρο καθοριζόταν κύρια από την ευκολία με την οποία το ψάρι μπορούσε να διατηρηθεί.
Αφού καθάριζαν τα ψάρια, τα άφηναν απλά να ξεραθούν χωρίς να τα αλατίσουν, πράγμα που αντιπροσώπευε ένα μεγάλο πλεονέκτημα, δοσμένης της ανεπάρκειας του αλατιού, που προερχόταν κύρια από την Γερμανία.
Οι Νορβηγοί απομακρύνθηκαν όλο και περισσότερο ψάχνοντας μεγαλύτερες ποσότητες ψαριού, ίσως για να διαφυλάξουν τα ψάρια των ακτών τους.
Πάντως είναι πιθανό να έψαχναν περιοχές, όπου σε μικρότερο χρόνο να έπιαναν μεγαλύτερη λεία, όπως αποδείχνει το γεγονός ότι έστρεψαν την προσοχή τους. πριν από το 1000, στην Ισλανδία εγκαθιστώντας ακμάζοντες αλιευτικούς σταθμούς, όπου ξεφόρτωναν τα άφθονα ψάρια που ψάρευαν και τα ξέραιναν σε πολύ ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες. Η αφθονία των θαλασσινών γύρω από αυτό το μεγάλο νησί έγινε σύντομα γνωστή στις αλιευτικές οργανώσεις των άλλων χωρών, έτσι ώστε γύρω στο 1350 όλο και περισσότερα αλιευτικά συγκεντρώνονταν σε εκείνα τα νερά. Ευτυχώς που οι μεγάλοι θησαυροί της θάλασσας έμοιαζαν να είναι ανεξάντλητοι. Όπως και στην περίπτωση των ρεγγών, αυτοί που επωφελήθηκαν περισσότερη από την αλιεία του μπακαλιάρου ήταν οι Ολλανδοί, που αφοσιώθηκαν δραστήρια στο ψάρεμα, την διατήρηση και το εμπόριο του.
Λυτή η δραστηριότητα των Ολλανδών πιστοποιεί την μεγάλη εξυπνάδα τους. Υπήρξαν οι πρώτοι που αντιλήφθηκαν την εξαιρετική σημασία που είχε για την διατροφή της φτωχής και κατεστραμένης από τους πολέμους Ευρώπης το διατηρημένο ψάρι. που μπορούσαν να διαθέσουν σε άφθονες ποσότητες και σε χαμηλή τιμή. Ανάπτυξαν λοιπόν την διατήρηση του ψαριού, παστώνοντας το και συσκευάζοντας το σε βαρέλια κάνοντας έτσι αποδοτικότατο εμπόριο.
Έχοντας σχεδόν την ίδια ικανότητα, τάση και συνήθειες με τους Ολλανδούς, οι Γάλλοι των Βόρειων ακτών έδειξαν όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το ψάρεμα του μπακαλιάρου που πήγαιναν σε πολύ μακρινές θάλασσες μια και οι μπακαλιάροι που ψαρεύονταν στη Βόρεια θάλασσα, δεν επαρκούσαν στην ζήτηση.
Κατά πάσα πιθανότητα, οφείλεται στους Γάλλους ψαράδες η ανακάλυψη των ψαρότοπων της Νέας Γης. όπου στην συνέχεια, υπήρξε μια τεράστια κι αποδοτική ανάπτυξη της αλιείας του μπακαλιάρου.
Είναι αρκετά πιθανό, όταν ξανοίγονταν τόσο μακριά στα Βορειοδυτικά, οι Γάλλοι ψαράδες να πάτησαν τις ανατολικές ακτές της Βόρειας Αμερικής. Ο Τομάτσι πιστεύει πως ο λόγος για τον οποίο η ανακάλυψη της Αμερικής έμεινε κρυφή, μέχρι το ταξίδι του Κολόμβου από τους Γάλλους ψαράδες, ήταν η θέληση τους να κρατήσουν μυστικά τα μέρη, όπου το ψάρεμα ήταν τόσο εύκολο και άφθονο.
«Από την στιγμή που δεν έφερναν από τα ταξίδια τους -λέει ο συγγραφέας – άλλο από παστωμένα ψάρια, λάδι και ελάσματα φάλαινας αντί για μαργαριτάρια και χρυσόσκονη, από την στιγμή που προσπαθούσαν να μην γίνουν γνωστά τα μέρη όπου έβγαλαν τόσο άφθονες ψαριές, με τον φόβο μην .τους ακολουθήσουν οι Νορμανδοί κι οι Βάσκοι (και οι άλλοι Γάλλοι ψαράδες) αποσιώπησαν τις ανακαλύψεις τους που έμειναν έτσι άγνωστες για πολύ καιρό».

Η εντατική αλιεία των άλλων ειδών
Οι πιο φτωχοί ψαράδες, οι μικρές οργανώσεις που δεν είχαν σκάφη ικανά να αντέξουν στην ανοιχτή θάλασσα, ασχολούνταν με το ψάρεμα άλλων ειδών που μπορούσε να γίνει σε μικρή απόσταση από τις ακτές. Έτσι στην Μεσόγειο, απόκτησε μεγάλη σπουδαιότητα το ψάρεμα της σαρδέλλας, που αντιπροσώπευε για τον πληθυσμό των Μεσογειακών ακτών, γαλλικών και ιταλικών, ένα καθόλου αμελητέο έσοδο.
Για τις σαρδέλλες, όπως και για τις αντζούγες, με τις οποίες ασχολούνταν μικρές συντεχνίες ψαράδων, αναπτύχθηκε μια δραστηριότητα βασικά βιοτεχνική και οπωσδήποτε αρκετά μειωμένη σε σχέση με την βιομηχανία επεξεργασίας της ρέγγας και του μπακαλιάρου, για την διατήρηση των ψαριών που κύρια πάστωναν.
Γύρω στο 1400 άρχισε η επεξεργασία διατήρησης με λάδι. Τον ΙΕ και ΙΣΤ αιώνα η βιοτεχνική δραστηριότητα των επαγγελματιών ψαράδων βρισκότανε σε άνθιση. Δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι τα κέρδη από το βιοτεχνικό ψάρεμα, ήταν για τον κάθε ψαρά ψηλά και σημαντικά, όμως ο συνολικός τζίρος της παράκτιας αλιείας και του μικρού εμπορίου ήταν σημαντικός.
Οι επαγγελματίες ψαράδες, που ασκούσαν βιοτεχνική δραστηριότητα, υπήρξαν πάντα φτωχοί, ακόμα κι από την εποχή της Ρωμαϊκής κυριαρχίας, όταν η παράκτια αλιεία αποτελούσε μιαν αρκετή μεγάλη δραστηριότητα, τα προϊόντα της οποίας καρπώνονταν πολλοί. Το στρώμα των ψαράδων, που ζούσαν σε μικρές παραθαλάσσιες κοινότητες παρέμεινε και παραμένει ακόμα ένα από τα πιο άτυχα, ανάμεσα στους εργαζόμενους που κερδίζουν το ψωμί τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους. Και χωρίς αμφιβολία το να κερδίζεις το ψωμί σου ψαρεύοντας είναι δύσκολο, μιας και πρόκειται για ένα σκληρό επάγγελμα.

Ειδικά οι ψαράδες του κόλπου της Γασκώνης ψάρευαν τον άσπρο τόννο με κατακόρυφα δίχτυα και μικρά ειδικά θυννεία, που μπορούσαν να μεταφερθούν με τις βάρκες.
Μερικοί ψαράδες ψάρευαν ατομικό με συρτή, που ήταν γνωστή από τις αρχές του Μεσαίωνα, πιάνοντας αρκετά ψάρια. Είναι γνωστό πως ο κόλπος της Γασκώνης είναι τόσο ευνοϊκή περιοχή για το ψάρεμα του άσπρου τόννου. που ακόμα και σήμερα, πολλοί ερασιτέχνες ψαρεύουν εκεί με συρτή.
Ο συγγραφέας Τομάτσι υπενθυμίζει στην «Ιστορία της Αλιείας» μια μεγάλη καταστροφή, που επέφερε ανυπολόγιστες ζημιές στους Γάλλους ψαράδες. Αν και δεν βρήκαμε αλλού πληροφορίες γι’ αυτό το θλιβερό γεγονός, η αναφερόμενη καταστροφή στο σημαντικό έργο του Γάλλου συγγραφέα, με δοσμένη την δυνατότητα για την καλύτερη πληροφόρηση του. είναι πολύ πιθανό να έγινε πραγματικά. Ο Τομάτσι αναφέρει λοιπόν πως το 1404 μια φοβερή καταστροφή εξαφάνισε την αλιευτική δραστηριότητα της Βρετάνης: ενώ ήταν οι περισσότερες ψαρόβαρκες μαζεμένες νοτιοδυτικά του νησιού του Γρουά. ξέσπασε ξαφνικά μια φοβερή καταιγίδα που τις βούλιαξε όλες χωρίς να ξεφύγει ούτε μια από την καταστροφή. Αυτή η φυσική θεομηνία έδωσε την χαριστική βολή στην οικονομική ευμάρεια και στην ευπορία που υπήρχαν στην Βρετάνη, βασικό λόγω της αλιευτικής δραστηριότητας.
Όπως είπαμε προηγούμενα, οι παράκτιοι ψαράδες είχαν σαν πρωταρχικό τους στόχο τα περαστικά κοπάδια, τις εποχές των αποδημιών.
Σίγουρα, η δραστηριότητα, που έφερε τα περισσότερα αποτελέσματα στους ψαράδες της Νότιας Ευρώπης, ήταν το ψάρεμα του κόκκινου τόννου, με σταθερά και κινητά θυννεία, όπως γίνεται και σήμερα.
Για λόγους που είναι δύσκολο να εντοπίσουμε, αυτή η δραστηριότητα είχε διακυμάνσεις τον Μεσαίωνα, όμως σε ορισμένες περιοχές όπως οι ακτές της Ισπανίας, της Βόρειας Αφρικής και. της Προβηγκίας- αν κι αυξομειώνετο για διάφορους λόγους, διατήρησε μια σχετική σημασία, ενώ στις ακτές της Σικελίας και της Σαρδηνίας, που είναι από τις πιο αποδοτικές της Μεσογείου, τουλάχιστον γι’ αυτό το είδος, ανεξήγητα το εντατικό ψάρεμα του κόκκινου τόννου, είχε περιόδους παρακμής και κάπου – κάπου εγκαταλείφθηκε εντελώς.

Το ψάρεμα στις άλλες ηπείρους τον Μεσαίωνα
Δεν έχουμε πολλά να πούμε πάνω στην εξέλιξη της αλιείας για τις άλλες ηπείρους, που ήταν αρκετά αργή, όπως στην Αμερικάνικη ήπειρο, που το ψάρεμα έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στην πρωτόγονη κατάσταση, ή ακόμα είχε αντίστροφη πορεία, πράγμα που συνέβη και στις ακτές και στους ποταμούς της Μικράς Ασίας (χωρίς βέβαια να σημειωθούν αξιοσημείωτα γεγονότα). Επίσης σε άλλες περιοχές προόδευσε ακόμα όπως συνέβη στις Κινέζικες ακτές και στα ποτάμια και τις λίμνες αυτής της απέραντης χώρας και κυρίως στους Ιάπωνες ψαράδες που τις βασικές αρχές της αλιείας και της εκτροφής των ψαριών, τις έμαθαν από την Κίνα.
Στην Απω Ανατολή η πρόοδος ήταν ταυτόχρονη στην τεχνική και στην οργάνωση, και την Μεσαιωνική περίοδο (αναφερόμαστε στους αιώνες που αντιστοιχούν στον δικό μας Μεσαίωνα) αναπτύχθηκε κύρια η ιχθυοκαλλιέργεια. Αυτή η τεχνική ήταν, όπως είδαμε, αρκετά παλιά,

Πηγή παγκόσμια εγκυκλοπαίδεια ψαρέματος
Γεώργιος Παπαδόπουλος

Share