Γίνεται μ’ όλες τις δυνατές ερασιτεχνικές μεθόδους: με την ελαφριά ορμιά βυθού με φελλό, με την ορμιά με σταθερό μολύβι, με την τεχνητή μύ

p2091 300x210 - Το ψάρεμα του κεφάλι η καβεδάνουμύγα, με το κουταλάκι, με το ψόφιο ή ζωντανό ψαράκι, με τη δολωμένη ορμιά βυθού σαν μαστίγιο, με την ελαφριά ορμιά δολωμένη με έντομα.Η ελαφριά ορμιά βυθού είναι ίσως η πιο κοινή μέθοδος, επειδή επιτρέπει το πιάσιμο μεγάλου αριθμού καβεδάνων, ακόμα και σημαντικών διαστάσεων, σε νερά με τα πιο διαφορετικά χαρακτηριστικά.Γι’ αυτό το είδος ψαρέματος χρειάζεται σταθερό καλάμι, ποικίλου μήκους (ανάλογα με τις ανάγκες της τοποθεσίας) και αρκετά εύκαμπτο. Σήμερα, στις Ευρωπαϊκές χώρες, για το ψάρεμα του καβεδάνου σε τρέχοντα νερά συνήθως χρησιμοποιούν το καλάμι «επαναφοράς», που είναι ένα εργαλείο με μήκος 4-5 μέτρα, εφοδιασμένα με οδηγητήριους κρίκους για την ορμιά και κουβαρίστρα με σταθερό συλλέκτη. Αυτό το εργαλείο έχει σαν χαρίσματα την ελαφρύτητα και την ευχρηστία, εκτός απ’ τη δυνατότητα που προσφέρει να εξερευνούμε περιοχές που με το σταθερό καλάμι θα ήταν αδύνατο.

Πολύ σημαντικό είναι να φροντίζουμε την δημιουργία της ελαφριάς ορμιάς του βυθού για τον καβεδάνο. Ενώ η μάννα της ορμιάς πρέπει να αποτελείται από ένα απλό νήμα νάυλον, ποτέ μεγαλύτερης διαμέτρου από 15-18 εκατοστά του χιλιοστού, η αρματωσιά πρέπει να είναι όσο το δυνατό πιο λεπτή, επειδή αυτό το ψάρι είναι εξαιρετικά πονηρό και προσεκτικό.Ιδιαίτερα στα καθαρά νερά με αμμώδη βυθό πρέπει να φροντίζουμε την λεπτότητα της αρματωσιάς. Με τα μοντέρνα προϊόντα από συνθετικές ίνες μπορούν σήμερα να χρησιμοποιηθούν νήματα ακόμα και με διάμετρο 8 εκατοστών του χιλιοστού, συνεπώς εξαιρετικά λεπτά. Η ανάγκη να χρησιμοποιούμε αρματωσιά με τόσο μικρή διάμετρο δημιουργεί μια άλλη ανάγκη, δηλαδή το εργαλείο που χρησιμοποιείται για να συγκρατιέται η ορμιά να είναι τέτοιο, ώστε να μπορεί να εξουδετερώνει τις δυνάμεις που βάζει για να ελευθερωθεί το ψάρι (συχνά σημαντικού μεγέθους) απ’ το αγκίστρι..Συνήθως, ακόμα και με την πείρα που έχει βγει από τα αγωνίσματα ψαρέματος, οι ορμιές έχουν σχετικά λεπτά αγκίστρια, νούμερο 16-18 και κάμπιες κρεατόμυγας, τουλάχιστον στην Ιταλία, όπου αυτά θεωρούνται σαν τα καλύτερα δολώματα κι οπωσδήποτε είναι τα πιο κοινά.

Το ψάρεμα με την κάμπια μύγας γίνεται μετά από μαλάγρωμα της τοποθεσίας, επιχείρηση που μερικές φορές γίνεται με πραγματικά σημαντική ποσότητα μαλάγρας. Ορισμένοι Ιταλοί ψαράδες, ειδικοί σ’ αυτή τη μέθοδο, μαλαγρώνουν τα νερά με κιλά από μαλάγρα, ενώ η κάμπια της μύγας το χειμώνα, που είναι η πιο κατάλληλη εποχή για το ψάρεμα των μεγάλων καβεδάνων, φτάνει σε αρκετά μεγάλη τιμή (δεδομένου ότι στην Ιταλία αυτά τα δολώματα βρίσκονται στο εμπόριο).
Θα επιστήσω ακόμα μια φορά την προσοχή του αναγνώστη στην ανάγκη για τη μικρή διάμετρο της αρματωσιάς της ορμιάς, ιδιαίτερα αν πάρει υπόψη του, πως συχνά σε περιοχές που με πολύ λεπτά παράμαλα πιάνονται πολυάριθμα ψάρια, λίγα εκατοστά του χιλιοστού παραπάνω στη διάμετρο του νήματος, σημαίνουν απόλυτη αποτυχία.Όσοι θέλουν να ειδικευτούν σ’ αυτού του είδους το ψάρεμα ή συχνάζουν σε νερό όπου αφθονούν οι καβεδάνοι, μπορεί να έχουν διαπιστώσει πως αυτή η παρατήρηση αντιστοιχεί στην πραγματική αλήθεια. Οι ερασιτέχνες ψαράδες, κι ιδιαίτερα οι αρχάριοι, εύκολα διαπιστώνουν την αλήθεια αυτής της παρατήρησης: ο αρχάριος δεν μπορεί πολλές φορές να εξηγήσει τους λόγους της αποτυχίας, σε σχέση με την επιτυχία των άλλων που ψαρεύουν στην ίδια περιοχή. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων η αποτυχία καθορίζεται απ’ την ατέλεια της κατασκευής της ορμιάς και προπάντων απ1 την υπερβολικά μεγάλη διάμετρο της αρματωσιάς.

p2092 - Το ψάρεμα του κεφάλι η καβεδάνουΗ ελαφριά ορμιά βυθού στηρίζεται με έναν ευαίσθητο φελλό, όσο μπορεί να το επιτρέπει η φύση των νερών στα οποία ψαρεύουμε: σε τρεχούμενα νερά χρησιμοποιείται ο φελλός με σχήμα αχλαδιού, με λίγο ή πολύ ατρακτοειδές σχήμα, ικανός να συγκρατεί βαρίδια ακόμα και σημαντικού βάρους. Στα στάσιμα και λιγότερο τρεχούμενα νερά χρησιμοποιούνται φελλοί με την μορφή πούπουλου ή ακόμα και πούπουλα χήνας, γάλου ή φτερό ακανθόχοιρου που συνδυάζουν την εξαιρετική ευαισθησία με τη δυνατότητα να συγκρατούν ένα σχετικά βαρύ μολύβι.Το βαρίδι αποτελείται από σπασμένα μολύβια διαφόρων διαμέτρων που τοποθετούνται στην ορμιά απ’ τα κάτω προς τα πάνω, ξεκινώντας από απόσταση 25-30 εκατοστών απ’ το αγκίστρι και σε κατάλληλη απόσταση μεταξύ τους. Ο αριθμόςτους είναι τέτοιος που να εξασφαλίζει την ισορροπία του φελλού.
Αυτά τα μολύβια με αυξανόμενη διάμετρο, πρέπει να τοποθετούνται με τρόπο, ανάλογα με την ανάγκη να κρατάμε κάθετη την ορμιά, οποιαδήποτε κι αν είναι η ορμή του ρεύματος.
Για τον ίδιο λόγο, στην περίπτωση που δεν έχουμε στη διάθεση μας μολύβια διαφορετικού βάρους, θα πρέπει να τα συγκεντρώνουμε περισσότερο προς τα πάνω, βάζοντας τα ανά διαστήματα όλο και μεγαλύτερα όσο προχωρούμε προς το αγκίστρι.

Το ψάρεμα του καβεδάνου με την ελαφριά ορμιά βυθού, δεν είναι από τα πιο απλά. ακόμα κι αν μπορεί να θεωρηθεί η πιο παραδοσιακή μέθοδος και η απόλυτη επιτυχία του στηρίζεται σε μεγάλο αριθμό από παρατηρήσεις και τεχνάσματα που αν παραμεληθούν, τότε θα είναι αμφίβολο το αποτέλεσμα του ψαρέματος.Πρέπει προπάντων vα υπολογίζεται το βάθος των νερών, η ταχύτητα τους και να κατασκευάζεται η ορμιά αφού δέχεται τις μετατροπές σε σχέση μ’αυτές τις παρατηρήσεις. Πρέπει να μελετηθεί το μέρος όπου προτιμά να κάθεται το ψάρι. Κι αυτή η έρευνα μπορεί να γίνει μόνο με συνεχείς προσπάθειες δηλαδή συνεχή περάσματα της δολωμένης ορμιάς σε διαφορετικές αποστάσεις απ1 την όχθη. Ο ψαράς θα πρέπει προπάντων να φροντίζει να μην προκαλεί θορύβους, επειδή ο καβεδάνος, όπως είπα, είναι ιδιαίτερα φοβιτσιάρικο και πονηρό ψάρι.
Τα περισσότερα και ωραιότερα ψάρια πιάνονται στο βυθό. Μονάχα τα ψάρια μικρότερων διαστάσεων κολυμπούν και τρέφονται στα μισά νερά. Εξάλλου είναι πολύ δύσκολο να μπορέσουμε να ξεγελάσουμε ένα μεγάλο καβεδάνο στα μισά νερά: αυτό μπορεί να γίνει μόνο στα πολύ γρήγορα ρεύματα, ενώ στα ακίνητα νερά, το να πιάσουμε έναν καβεδάνο μεγάλων διαστάσεων, είναι σχεδόν αδύνατο.Η προνοητικότητα του καβεδάνου είναι πραγματικά εκπληκτική. Αρκεί ένα μόνο παράδειγμα για να πειστεί ο αναγνώστης. Ψαρεύοντας σε ένα έλος με άφθονους μεγάλους καβεδάνους, μου συνέβη να πιστοποιήσω πως μια ορμιά εφοδιασμένη με βαρίδια στη μάννα και στην αρματωσιά δεν «δούλευε» καθόλου, ενώ ήταν αρκετό να συγκεντρώσω τα βαρίδια σ» ένα μοναδικό σημείο για να κάνω δυνατό να πιάσω ψάρια πολύ πιο εύκολα. Προφανώς το ψάρι αντιλαμβανόταν την ενέδρα βλέποντας τα βαρίδια ανά διαστήματα, ενώ αντίθετα, συγκεντρωμένα δεν του φαίνονταν το ίδιο και μπορούσε να τα νομίσει για οποιοδήποτε άλλο σώμα που αιωρείται.
Επανέλαβα την ίδια προσπάθεια με το πιο ορεκτικό δόλωμα για τον καβεδάνο, με το αίμα και τα αποτελέσματα ήταν τα ίδια, αν και με το αίμα είναι πολύ πιο εύκολο να ξεγελαστούν οι μεγάλοι καβεδάνοι, παρά με οποιοδήποτε άλλο δόλωμα, ιδιαίτερα αν το ψάρι έχει «προσελκυστεί» προηγούμενα με άφθονο μαλάγρωμα απ’ την ίδια ουσία.
Έχουμε πάλι εδώ την ευκαιρία να μιλήσουμε για το αίμα σαν δόλωμα, παρόλο που σε πολλά μέρη (της Ευρώπης κύρια) αυτό το δόλωμα είναι απαγορευμένο. Με το αίμα ψαρεύουν καλά τον καβεδάνο σ’ όλα εκείνα τα νερά, που το δόλωμα μπορεί να συγκρατιέται πάνω στο αγκίστρι, ακόμα κι αν είναι πολύ εύθραυστο. Ιδιαίτερα στα στάσιμα νερά, στις λίμνες και τα έλη όπου κάθε άλλο p2093 300x225 - Το ψάρεμα του κεφάλι η καβεδάνουδόλωμα δεν θα ήταν αποτελεσματικό, το αίμα προσελκύει τους μεγάλους καβεδάνους, που με άλλο δόλωμα θα ήταν σχεδόν αδύνατο να πιαστούν.Το αίμα του κοτόπουλου είναι πιθανόν το καλύτερο δόλωμα για τον καβεδάνο, αν κι όσοι συχνάζουν σε νερά ορισμένων μεγάλων ποταμών, καθώς και σε πολλές λίμνες, όταν θέλουν να ρίξουν άφθονη μαλάγρα, προτιμούν να χρησιμοποιούν αίμα βοδιού που μπορεί να βρεθεί πολύ πιο εύκολα και σε πιο χαμηλή τιμή.Το αίμα του κοτόπουλου στα μέρη με λιγότερο νερό, όπου δε χρειάζεται μεγάλη ποσότητα μαλάγρας, φαίνεται να είναι όμως πολύ πιο αποτελεσματικό.Δυο είναι κύρια οι μέθοδοι για τη σύλληψη του καβεδάνου με το αίμα: η ελαφριά ορμιά του βυθού και η ορμιά με σταθερό μολύβι. Η χρησιμοποίηση της τελευταίας όμως περιορίζεται μόνο στα βαθιά και ταραγμένα νερά, όπου η ελαφριά ορμιά του βυθού δεν θα μπορούσε να «δουλέψει» με ευνοϊκές συνθήκες.
Το ψάρεμα του καβεδάνου με το αίμα γίνεται απ’ τους ειδικούς με διάφορους τρόπους, ανάλογα με τις μεθόδους.Στα ακίνητα νερά των λιμνών, μεγάλων και μικρών, το αίμα κρατιέται αρκετά καλά πάνω στο αγκίστρι και δεν αφήνει το σίδερο, παρά μόνο με μεγάλη αναταραχή και πολύ απότομες κινήσεις, εξαιτίας ενός αδέξιου χειρισμού ή επειδή ένα ψάρι πλησίασε και το δάγκωσε, χωρίς να έχει γίνει έγκαιρα η κίνηση του καρφώματος. Στα γρήγορα ή ταραγμένα νερά αυτό το εύθραυστο δόλωμα κρατά πολύ λιγότερο και γι’ αυτό πολλοί ψαράδες χρησιμοποιούν τεχνάσματα που χρησιμεύουν για να συγκρατούν το αίμα πάνω στο αγκίστρι, ακόμα και στις πιο δυσμενείς συνθήκες.
Ένα απ’ αυτά τα τεχνάσματα είναι να χρησιμοποιούν μπαμπάκι που ποτίζεται με το καθαρό φρέσκο αίμα το οποίο κατόπιν συρρικνώνεται και ξεραίνεται κι έτσι γίνεται ένα με τις ίνες. Αυτό το προϊόν μετά κόβεται με ψαλίδι ή με κοφτερό μαχαίρι και μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως θα κρατήσει πολύ καλά στα ταραγμένα και τρεχούμενα νερά.Αλλοι, για τον ίδιο σκοπό, χρησιμοποιούν αλεύρι από σιτάρι ή από άλλα δημητριακά και όσπρια.Μένει βέβαιο όμως πως το αίμα είναι ένα απ’ τα πιο αποτελεσματικά δολώματα για τον καβεδάνο αλλά χρειάζεται σωστό χειρισμό και βαθιά γνώση και πείρα για να μπορεί κανείς να έχει μ’ αυτό το δόλωμα, τα αποτελέσματα που είναι δυνατό να έχει. Ψαρεύοντας στα ήρεμα και βαθιά νερά των μικρών και μεγάλων λιμνών, χρησιμοποιώντας τους ελαφρύτατους φελλούς σε σχήμα φτερού, πρέπει να αποκτήσουμε μεγάλη επιδεξιότητα για να απαντούμε έγκαιρα στο τσίμπημα του ψαριού, που πολλές φορές είναι πολύ λεπτό.

Με την πείρα και την εξάσκηση μπορεί κανείς να αποκτήσει ιδιαίτερη ευαισθησία ακόμα και σ’ αυτή τη μέθοδο ψαρέματος, όπως και σ’ όλες τις άλλες. Συχνά ο ψαράς μπορεί να αποκτήσει εξαιρετική ευαισθησία: καταφέρνει να κάνει την κίνηση καρφώματος ταυτόχρονα με το τσίμπημα του ψαριού. Μου έχει συμβεί να ψαρεύω με το αίμα σε βαθιά νερά, πλούσια σε μεγάλους καβεδάνους που ήταν ιδιαίτερα δύσκολοι, δύσπιστοι και πονηροί. Το τσίμπημα τους άφηνε ένα σημάδι που μόλις γίνονταν αντιληπτό στην επιφάνεια. Ο ελαφρύτατος και υπερευαίσθητος φελλός από φτερό χήνας δεν βυθίζονται σχεδόν ποτέ, αλλά μόλις έκλινε προς τη μια μεριά. Μετά από μερικές άκαρπες προσπάθειες, αφού αστόχησα σε μερικά ψάρια, κατόρθωσα να αποκτήσω μια απόλυτη ετοιμότητα στο κάρφωμα του ψαριού, πράγμα που μου επέτρεψε να έχω τέτοια αποτελέσματα, χωρίς να αποτύχω ούτε μια φορά.Το αίμα παρουσιάζει ένα πολύ μεγάλο προτέρημα: το ψάρι που δεν έχει καρφωθεί με την πρώτη φορά, δύσκολα θα απομακρυνθεί απ’ τον τόπο όπου έχει προσελκυστεί απ’ το μαλάγρωμα, που έχει γίνει προηγούμενα και γι’ αυτό, αν αποτύχουμε μια φορά, θα μπορούμε να το πιάσουμε με την επόμενη δοκιμή. Δύσκολα το καρφωμένο ψάρι ελευθερώνεται, εκτός αν κόψει την ορμιά ή την αρματωσιά της.
p2095 300x225 - Το ψάρεμα του κεφάλι η καβεδάνουΤο κάρφωμα είναι επιτυχές μόνο τη στιγμή που ολόκληρο το δόλωμα βρίσκεται μέσα στο στόμα του ψαριού, δηλαδή είναι ζήτημα μόνο μιας στιγμής. Κατά συνέπεια, όπως είπα προηγουμένως, το αγκίστρι ή πιάνεται ή δεν πληγώνει καθόλου το στόμα του ψαριού και συνεπώς οι ελπίδες για το πιάσιμο του παραμένουν.Μια προειδοποίηση για όσους θέλουν να αφοσιωθούν σ’ αυτή τη μέθοδο χειμερινού ψαρέματος, λιγότερο αποτελεσματική ή ελάχιστα αποτελεσματική σ’ άλλες εποχές του χρόνου: πρέπει να περιμένουν μερικά λεπτά πριν αρχίσουν το ψάρεμα μετά απ’ το μαλάγρωμα. Όσο περισσότερο χρόνο αφήνουμε το ψάρι να συνηθίσει στην καινούργια κι ίσως άγνωστη τροφή, τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες να το ξεγελάσουμε με το αγκίστρι. Το ψάρι που έχει καταπιεί το αίμα του μαλαγρώματος είναι τόσο άπληστο και ερεθισμένο, που δεν προσέχει.

Την ενέδρα συνήθως  αυτό το τέχνασμα το παραμελούν και τότε τα αποτελέσματα του ψαρέματος του καβεδάνου είναι πολύ κατώτερα απ’ τις δυνατότητες που προσφέρει η τοποθεσία, τις ικανότητες του ψαρά και την αποτελεσματικότητα της μεθόδου.
Ένα άλλο δόλωμα που χρησιμοποιείται με την ελαφριά ορμιά βυθού κι ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες, είναι το ψωμί.Η ορμιά αποτελείται από τη μάννα διαμέτρου 20 εκατοστών, από μια αρματωσιά διαμέτρου 10-12 εκατοστών το πολύ κι απ’ το βαρίδι. Το τελευταίο αποτελείται από ένα μόνο μικρό μολύβι ικανό να ισορροπήσει ένα φελλό σχήματος φτερού, ποικίλης ισχύος, ανάλογα με τις δυνατότητες της τοποθεσίας και τα χαρακτηριστικά της. Το ψάρεμα με το ψωμί γίνεται συνήθως στα μισά νερά, αλλά μόνο στις περιοχές με βαθιά και αργά νερά.

Τα μεγαλύτερα ψάρια αυτού του είδους πιάνονται στο βυθό. Με το ψωμί, αρκετά εύθραυστο δόλωμα, είναι απαραίτητο να εξερευνούμε την τοποθεσία με την ορμιά χαλαρή, έτσι ώστε να μπορέσουμε να γνωρίσουμε στην εντέλεια τα χαρακτηριστικά του βυθού και να αποφύγουμε το δόλωμα να βρει εμπόδια και να φύγει απ’ το αγκίστρι, το οποίο πρέπει να είναι ιδιαίτερα λεπτό, όπως κάθε φορά που ψαρεύουμε καβεδάνους. Μερικοί συνηθίζουν να παίρνουν ψωμί και να το ζυμώνουν απλώς με τα δάχτυλα, πράγμα που είναι εύκολο με το φρέσκο ψωμί. Άλλοι χρησιμοποιούν μπαγιάτικο ψωμί που κατά τη γνώμη μου είναι λιγότερο κατάλληλο γι’ αυτή τη μέθοδο ψαρέματος. Αλλοι τέλος, κι αυτή είναι η καλύτερη μέθοδος, χρησιμοποιούν την ψύχα του ψωμιού χωρίς να την επεξεργαστούν καθόλου.
Είπα, πως αυτός ο τελευταίος είναι ο καλύτερος τρόπος χρήσης του ψωμιού και, πράγματι, έτσι μπορούμε να εκμεταλλευτούμε όλες τις δυνατότητες που προσφέρει αυτό το δόλωμα. Αντίθετα είναι σημαντικές οι δυσκολίες για να κρατήσουμε ένα τόσο ελαφρύ και εύθραυστο δόλωμα στο λεπτό μέταλλο του αγκιστριού. Η ψύχα του ψωμιού όταν βυθίζεται μουλιάζει και χάνει την σχετική στερεότητα που είχε, ενώ όταν συμπιεστεί και γίνει μπαλίτσα, στην επαφή με το νερό μπορεί να γίνει πιο στέρεη αλλά χάνει σε αποτελεσματικότητα.Πρέπει να χρησιμοποιούμε αγκίστρια αρ. 10 ή τσιγκελάκια αρ. 14. Είναι προτιμότερο, κατά τη γνώμη μου, το αγκίστρι απ’ το τσιγκελάκι, επειδή το αγκίστρωμά του είναι πιο σίγουρο, ενώ είναι πιο εύκολο το πιάσιμο του τσιγκελιού να γίνει στο εξωτερικό μέρος του στόματος και έτσι ένα μεγάλο ψάρι, με τα δυνατά τραβήγματα που κάνει για να απελευθερωθεί, θα μπορούσε να ξεφύγει πολύ πιο εύκολα.
Το αγκίστρι πρέπει να διαπερνά τη μπουκιά της ψύχας και το ψωμί πρέπει να είναι τοποθετημένο με τέτοιο τρόπο στο μέταλλο, ώστε να το σκεπάζει τελείως. Με κατάλληλη πίεση των δακτύλων στην άκρη της μπουκιάς θα στερεώσουμε, όσο είναι δυνατόν, το πάνω μέρος της μπουκιάς στον βραχίονα του αγκιστριού κοντά στο μέρος που συνδέεται με την ορμιά. Μ’ αυτό τον τρόπο η ψύχα, αν και είναι μαλακή και ανοιχτή, μένει στερεωμένη στο αγκίστρι και μπορεί να αντέξει για παραπάνω από ένα «πέρασμα».Πρέπει να χειριστούμε την ορμιά με το ψωμί όπως εκείνη με το αίμα. Στα τρέχοντα νερά δεν είναι σπάνιο ο φελλός να εξαφανιστεί .όταν το ψάρι, τσιμπώντας, σταματά την πορεία της ορμιάς. Είναι ζήτημα μερικών δευτερολέπτων, επειδή το ψάρι ή ξαναφτύνει το δόλωμα ή το καταπίνει αφού έχει φτύσει αμέσως πριν το αγκίστρι.

Το ελάχιστο άγγιγμα πρέπει να γίνει αντιληπτό απ’ το μάτι του ψαρά κι είναι αρκετή η κλίση του φτερού, το βύθισμα του για μερικά χιλιοστά ή, αντίθετα, η ανάδυση του για μερικά χιλιοστά, για να κάνει την κίνηση του καρφώματος με μεγάλη αποφασιστικότητα. Συνήθως είναι τα ψάρια μεγάλων διαστάσεων που κάνουν αντιληπτή την παρουσία τους με τέτοιον ελαφρύ τρόπο.
p2097 300x269 - Το ψάρεμα του κεφάλι η καβεδάνουΠολύ διασκεδαστικό, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη μέθοδο, είναι το ψάρεμα των καβεδάνων το καλοκαίρι στα ρεύματα με την τεχνητή μύγα και με την ορμιά με μορφή μαστίγιου.
Τα εργαλεία είναι εκείνα που συνήθως χρησιμοποιούν για το ψάρεμα της πέστροφας στους ορεινούς χείμαρρους. Η ορμιά είναι διπλή σύνθετη, γρασσωμένη έτσι ώστε να εξασφαλίζεται τελείως η επίπλευση της, έχει μια αρματωσιά μήκους ενός μέτρου με διάμετρο 15 εκατοστών και μια μύγα σχετικά ογκώδη, προπάντων αν ψαρεύουμε σε θολά νερά, όπως είναι τα νερά των μεγάλων ποταμών.
Το καλάμι 9 ποδών είναι εκείνο που ενδείκνυται περισσότερο γι’ αυτό το είδος ψαρέματος κι η εξαιρετική ευκαμψία και το ελάχιστο βάρος του, επιτρέπουν να κάνουμε ένα συναρπαστικό ψάρεμα. Γνωρίζω πολλούς ψαράδες ειδικούς της μύγας, που αρχικά ασκούσαν αποκλειστικά το ψάρεμα της πέστροφας, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού έπαψαν να περιφρονούν το ψάρεμα των καβεδάνων στα ρεύματα του κάμπου. Αυτό το ψάρι πράγματι είναι αρκετά κοινό και το ψάρεμα του μπορεί να είναι πραγματικά πολύ συναρπαστικό εξαιτίας της ύπαρξης ψαριών μεγάλων διαστάσεων, ενώ το ψάρεμα της πέστροφας δεν αποφέρει παρά πολύ περιορισμένο αριθμό συλλήψεων.
Ο καβεδάνος, αν κι είναι πολύ πονηρός για ότι αφορά τα βυθισμένα δολώματα, δεν είναι το ίδιο με τα δολώματα επιφάνειας. Επιτίθεται αδιάκριτα στις μύγες κάθε χρώματος, μεγέθους πολύ μεγαλύτερου απ’ το μέσο, αρκεί να κινούνται με μεγάλη ταχύτητα. Στα ρηχά και σχετικά γρήγορα ρεύματα, κάτω απ’ τις «προεξοχές» που χαρακτηρίζουν την αρχή του ρεύματος, μετά από ένα μέρος ηρεμίας, ο καβεδάνος ανεβαίνει εύκολα για να πιάσει τη μύγα και δεν δίνει τόσο προσοχή στη λεπτότητα της αρματωσιάς. Συνεπώς μπορούμε να πούμε πως το ψάρεμα του καβεδάνου με τη μύγα, είναι μια πολύ εύκολη άσκηση, ή τουλάχιστο, πολύ πιο εύκολη απ’ ότι αυτή με την βαριά ορμιά του βυθού ή την ελαφριά ορμιά του βυθού.
Το ψάρεμα του καβεδάνου με τη σύνθετη ορμιά, την συμβουλεύουν για όσους θέλουν να κάνουν πρακτική εξάσκηση σ’ αυτή τη μέθοδο, γιατί το μεγαλύτερο μέρος των αρχάριων θα έχαναν σίγουρα τον ενθουσιασμό τους, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, αν ψάρευαν σε ορεινά νερά που εξαιτίας των χαρακτηριστικών τους είναι πιο φτωχά σε ψάρια. Εξάλλου η μανούβρα του «μαστίγιου» για τον καβεδάνο διευκολύνεται απ’ το γεγονός πως φυσιολογικά αυτό το ψάρι βρίσκεται σε ανοιχτά και τρεχούμενα νερά, στα οποία ο ψαράς μπορεί εύκολα να ψαρέψει χωρίς να σκαλώσει η ορμιά του σε εμπόδια της όχθης και έτσι μπορεί να μελετήσει (με εξάσκηση και ικανοποίηση ταυτόχρονα) τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα των καινούργιων εργαλείων.
Είναι πολύ πιο δύσκολο να πιαστούν καβεδάνοι με τη μύγα και το «μαστίγιο» στα ακίνητα νερά των λιμνών, ακόμα κι όταν αντιληφθούμε πως υπάρχουν πολυάριθμα ψάρια που περιπλανιώνται αργά στην επιφάνεια και ανεβαίνουν εύκολα να πιάσουν τα έντομα που πέφτουν απ’ τους θάμνους και τα δέντρα που βρίσκονται πάνω απ’ τα νερά.
p2100 300x120 - Το ψάρεμα του κεφάλι η καβεδάνουΣτην πραγματικότητα ιδιαίτερα σε ορισμένες τουριστικές περιοχές της Ευρώπης, όπου συχνάζει αρκετός κόσμος, δεν είναι δύσκολο να δει κανείς αρκετά εξοικειωμένους καβεδάνους που πλησιάζουν στις όχθες, στους μώλους που υπάρχουν μέσα στα ήρεμα νερά της λίμνης και που ανεβαίνουν εύκολα στην επιφάνεια για να πάρουν την τροφή που τους δίνουν. Εντούτοις αυτή την ίδια ορεκτική τροφή, δολωμένη σε μια ορμιά (ακόμα και ελαφρύτατη και λεπτότατη) δεν την προσέχουν καθόλου τα ψάρια, που αντί να την πλησιάσουν, απομακρύνονται αμέσως.
Φυσικά, κι ιδιαίτερα στην καλοκαιρινή περίοδο και τις βραδυνές ώρες, μπορούν να πιαστούν καβεδάνοι με τη μύγα κι εγώ ο ίδιος έχω δει ειδικούς πολύ επιδέξιους σ’ αυτή τη μέθοδο ψαρέματος, να πιάνουν πολυάριθμα μεγάλα ψάρια που άλλοι προσπαθούσαν χωρίς αποτέλεσμα να πιάσουν.
Έτσι, όπως και με τις άλλες μεθόδους ψαρέματος, το πιάσιμο των ψαριών δεν είναι αδύνατο αλλά μπορεί να παρουσιάζει δυσκολίες διαφόρων ειδών, που μερικές είναι αξεπέραστες χωρίς τέλεια προετοιμασία και χωρίς μια ακόμα τελειότερη γνώση των συνηθειών των ψαριών.
Διάβασα πρόσφατα σε ένα Γαλλικό βιβλίο πως ο καβεδάνος είναι εξαιρετικά δύσκολο να πιαστεί με τη μύγα, εξαιτίας της μεγάλης του δυσπιστίας, αλλά πολύ πιθανόν ο συγγραφέας να αναφερόταν σε καβεδάνους που ζουν σε λιμνάζοντα ή πολύ αργά τρεχούμενα νερά. Τις βράδυνες ώρες, στα ρεύματα, ο καβεδάνος επιτίθεται με απληστία σ’ οποιοδήποτε δόλωμα περάσει στην ακτίνα δράσης του κι όχι σπάνια, ψαρεύοντας με μια ελαφριά ορμιά βυθού, τον βλέπουμε να ανεβαίνει για να επιτεθεί ακόμα και στο μικρό φελλό που έχει η ορμιά μας.
Συνεπώς μπορούμε να υποστηρίξουμε με βεβαιότητα πως αυτό το ψάρι είναι δύσπιστο ή πονηρό στον ίδιο βαθμό και σε κάθε τοποθεσία.
Λένε πως είναι δύσκολο να πιαστεί με τη στεγνή μύγα ο καβεδάνος όπως ακριβώς συμβαίνει και με την πέστροφα, αλλά αυτό δεν είναι απόλυτα αληθινό. Θα ήταν αληθινό αν για τον καβεδάνο εφαρμοζόταν η ίδια τεχνική που εφαρμόζεται για την πέστροφα. Γι’ αυτή την τελευταία το ψάρεμα με την στεγνή μύγα γίνεται εξακοντίζοντας πολύ συχνά προς τα πάνω. Για ό,τι αφορά τη βυθισμένη μύγα η ταχτική είναι εκείνη του ριξίματος προς τα πάνω και το τσίμπημα γίνεται αντιληπτό απ’ την ακανόνιστη κίνηση της αρματωσιάς της ορμιάς. Για τον καβεδάνο η τεχνική είναι τελείως διαφορετική και διευκολύνει πολύ και το κάρφωμα και την επαναφορά του ψαριού.
Στα ρεύματα των ποταμών του κάμπου πρέπει να ρίξουμε το δόλωμα πλάγια προς τα κάτω και γι’ αυτό η ορμιά μόλις ακουμπά στην επιφάνεια, βρίσκεται να είναι αμέσως τεντωμένη. Κατά συνέπεια, αν ο καβεδάνος επιτεθεί στη μύγα μόλις αυτή ακουμπήσει το νερό, τις περισσότερες φορές αγκιστρώνεται μόνος του.
Ο μεγαλύτερος αριθμός ψαριών πιάνεται στο πέρασμα, όταν η μύγα με ακτίνα την τεντωμένη ορμιά διαγράφει ένα ανοιχτό ημικύκλιο και κατεβαίνοντας πλάγια προς τα κάτω, πλησιάζει την όχθη. Το δόλωμα που προχωρά έτσι συγκρατούμενο απ’ την ορμιά, προσφέρει στην όραση των καβεδάνου ένα ίχνος που φαίνεται να τον προσελκύει ακαταμάχητα.
Ο καβεδάνος όταν επιτίθεται στη μύγα συναντά την αντίσταση της ορμιάς και σταματά αυτόματα. Συνεπώς, αν αυτός ο συλλογισμός ισχύει, όπως δείχνει η σχετική εμπειρία και οι διαπιστώσεις μου το ψάρεμα του καβεδάνου, τουλάχιστον για ότι αφορά το κάρφωμα και τη σύλληψη, είναι εξαιρετικά πιο εύκολο απ’ ότι εκείνο της πέστροφας. Επίσης διευκολύνεται κι απ’ την δυνατότητα επόμενων περασμάτων σε περιοχές όπου γνωρίζουμε την παρουσία πολυάριθμων ψαριών και γι’ αυτό ένα ψάρι ή ένα άλλο που βρίσκεται σε αναζήτηση τροφής, επιτίθεται εύκολα στο δόλωμα.
Ορισμένα καλοκαιρινά βράδια οι καβεδάνοι ανεβαίνουν στην επιφάνεια κατά εκατοντάδες και υπάρχουν ώρες που φαίνονται να έχουν τρελλαθεί απ’ τη μανία να παίρνουν τα επιπλέοντα δολώματα.
Σίγουρα, το ψάξιμο με το μάτι στις όχθες των λιμνών, όπου το νερό είναι καθαρό ή κατά μήκος των καναλιών όπου το νερό τρέχει αργά, είναι ένα πολύ ωραίο σπορ. Τότε όμως στην πραγματικότητα το ψάρεμα του καβεδάνου γίνεται δύσκολο. Συμβουλεύω τον ψαρά να ασκήσει αυτή την ειδικότητα αφού έχει αποκτήσει απόλυτη κυριαρχία των εργαλείων του και προπάντων μεγάλη πείρα πάνω στις συνήθειες των ψαριών.
Ο αρχάριος πρέπει αντίθετα να συχνάζει στα νερά των μεγάλων ποταμών και των μεγάλων και ρηχών ρευμάτων. Πρέπει να αποκτήσει πείρα, προπάντων δίνοντας προσοχή στην τελειοποίηση του εξακοντισμού, για να φτάσει σε μια απαραίτητη επιδεξιότητα στη χρήση των εργαλείων. Μόνο αφού έχει αποκτήσει αρκετή πείρα θα μπορεί να αφιερωθεί στο πραγματικά αθλητικό ψάρεμα με τη μύγα του, που έγκειται στο να σημαδεύει τα ψάρια που βλέπει (αφού τα έχει εντοπίσει στο ρεύμα ή στα ήρεμα νερά) και να προσπαθεί να πιάσει τα πιο μεγάλα ψάρια με μια τεχνική, που θα πλησιάζει όλο και περισσότερο στην τελειότητα.
Ψαρεύοντας κάθετα στο ρεύμα και, οπωσδήποτε, με χαλαρωμένη την ορμιά, ή ακόμα σε ήρεμα και καθαρά νερά ή λίγο τρεχούμενα, το κάρφωμα είναι μια δύσκολη μανούβρα επειδή, αν ο καβεδάνος είναι έτοιμος να δαγκώσει με απληστία το δόλωμα που του παρουσιάζεται με ωραίο τρόπο, με άλλη τόση ετοιμότητα ξαναφτύνει το δόλωμα μόλις αντιληφθεί τον παραμικρό κίνδυνο (δηλαδή αμέσως) και συνεπώς το κάρφωμα πρέπει να συμπίπτει, πρακτικά, με το τσίμπημα του καβεδάνου στη μύγα.
Μερικές φορές, ιδιαίτερα στα θολά νερά, χρησιμεύουν πολύ περισσότερο απ’ τη στεγνή μύγα οι βυθισμένες μύγες που, όπως είναι γνωστό, δεν έχουν πολλά φτερά και βυθίζονται με σχετική ευκολία.
Σε ορισμένες συνθήκες, ακόμα και στο ρεύμα, αυτό το ψάρι παίρνει πολύ καλύτερα τη βυθισμένη μύγα, που προχωρά σε λίγα εκατοστά κάτω απ’ την επιφάνεια, απ’ ότι αυτήν που επιπλέει. Η μέθοδος, για τη χρησιμοποίηση των βυθισμένων μυγών είναι πρακτικά η ίδια με εκείνη που περιέγραψα, με συντομία για ότι αφορά τη στεγνή μύγα και γι’ αυτό δεν είναι απαραίτητο να κάνω την ίδια περιγραφή. Θα πω μόνο πως το κάρφωμα, με τη μέθοδο της βυθισμένης μύγας, είναι σχεδόν πάντα αυτόματο, επειδή συμβαίνει τις περισσότερες φορές να διευκολύνεται απ’ το τέντωμα της ορμιάς και της αντίστασης της στο νερό.
Μια άλλη μέθοδος ψαρέματος με τη μύγα, κοινή προπάντων στα νερά της βόρειας Ιταλίας, έγκειται στο ότι η ορμιά έχει έναν ποικίλο αριθμό από μύγες, ενώ η ακριανή μύγα έχει αντικατασταθεί από ένα φελλό με βαρίδι. Αυτό το σύστημα μπορεί να ριχτεί μακριά στο ρεύμα με τη βοήθεια ενός καλαμιού εξακοντισμού, ποικίλου μήκους, ανάλογα με τις ανάγκες της τοποθεσίας και τις προτιμήσεις του ψαρά. Ο φελλός είναι αρκετά βαρύς, έτσι ώστε να μπορεί να τραβήξει απ’ την κουβαρίστρα με τον σταθερό συλλέκτη μια ορισμένη ποσότητα ορμιάς και, ταυτόχρονα, ο όγκος και το βάρος του είναι υπολογισμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζουν την επίπλευση του. Αυτή η μέθοδος ψαρέματος είναι πολύ αποτελεσματική στα πλατιά ρεύματα και προσφέρει τη δυνατότητα να πιάσουμε πάρα πολλά ψάρια, γιατί ακόμα και τα πιο δύσπιστα απ’ αυτά, που ανεβαίνουν για να δοκιμάσουν τη μύγα, καρφώνονται μόνα τους, εξαιτίας του τεντώματος της ορμιάς.
Φυσικά, αυτή η μέθοδος ισχύει μονάχα για τα γρήγορα νερά και για τα ρεύματα, επειδή θα ήταν τελείως άχρηστο να προσπαθήσουμε να πιάσουμε κάποιον καβεδάνο με μια ορμιά, που στην άκρη της έχει συνδεθεί ένα ογκώδες αντικείμενο (όπως, λόγου χάρη, ο φελλός με το βαρίδι στην περίπτωση μας) σε νερά ήρεμα, όπου αυτό το εξαιρετικά δύσπιστο ψάρι δεν θα δελεαζόταν ούτε απ’ τα δολώματα που έχουν παρασκευαστεί μ’ αυτό τον τρόπο.
Το καλοκαίρι, στα σχετικά γρήγορα ρεύματα, ακόμα κι όταν τα νερά είναι τελείως καθαρά, πιάνονται καβεδάνοι με εξακοντισμό και με μικρά κουταλάκια. Αυτά τα κουταλάκια είναι συνήθως σχετικά ελαφριά. Το βαρίδι, ως επί το πλείστον, τοποθετείται σε απόσταση 50-60 εκατοστών απ’ το κουταλάκι, πράγμα που του επιτρέπει να περιστρέφεται γρήγορα, ακόμα κι αν είναι πολύ μικρό και σέρνεται αργά.- Τα κουταλάκια για τον καβεδάνο χαρακτηρίζονται από μια παλέτα ελάχιστων διαστάσεων, μήκους περίπου ενάμισι εκατοστού και πλάτους μικρότερου από ένα εκατοστού. Αυτά τα κουταλάκια είναι εφοδιασμένα μ’ ένα τσιγκελάκι με τρεις αιχμές, σχετικά μικρό, μερικές φορές μικρότερο απ’ την παλέτα, ή με ένα μόνο αγκίστρι που μπορεί να είναι στολισμένο με τρίχες και πούπουλα.
p2101 300x147 - Το ψάρεμα του κεφάλι η καβεδάνουΟ ψαράς θα πρέπει να προσπαθήσει να επαναφέρει το κουταλάκι που ρίχνει κάθετα στο ρεύμα, με ταχύτητα μόλις αρκετή για να κάνει την παλέτα να περιστρέφεται ικανοποιητικά. Πρακτικά, η ίδια η δύναμη του ρεύματος θα οδηγήσει προς τα κάτω την τεχνητή παλέτα, κάνοντας την να σχηματίσει ένα ανοιχτό ημικύκλιο. Κατά τη διάρκεια αυτού του ανοιχτού και αργού περάσματος, ο καβεδάνος θα επιτεθεί στο δόλωμα. Μπορεί να συμβεί επίσης ο ψαράς να αντιληφθεί πολλά τσιμπήματα στο δόλωμα χωρίς να πιάσει κανένα ψάρι. Αυτή η αποτυχία προέρχεται προπάντων από την ακαταλληλότητα του αγκιστριού ή του τσιγκελιού και γι’ αυτό θα πρέπει να τα αντικαταστήσει με άλλα μεγαλύτερου ή μικρότερου μεγέθους, μέχρι να βρει τον κατάλληλο τύπο για να αγκιστρώσει το ψάρι.
Σίγουρα ο καθένας αναγνώστης θα έχει παρατηρήσει κάποια φορά τους μεγάλους καβεδάνους που κολυμπούν οκνηρά σε στάσιμα και καθαρά νερά. Σ’ αυτές τις συνθήκες συναντώνται ψάρια με πραγματικά εξαιρετικές διαστάσεις, κι εγώ ο ίδιος έχω παρατηρήσει σε ορισμένους χείμαρρους πολλών βουνών στην Ιταλία και στη Γιουγκοσλαυία, καβεδάνους με διαστάσεις τεράστιες που έφταναν περίπου στα 3-4 κιλά.
Αυτά τα ψάρια δεν τσιμπούν κανένα δόλωμα, ούτε και τα φυσικά δολώματα που τους παρουσιάζονται με τον καλύτερο τρόπο. Ούτε το βράδυ, αν κι εγώ νομίζω πως οι μόνες (αν και λίγες) πιθανότητες για να τους πιάσουμε με την ορμιά, παρουσιάζονται τη χειμερινή εποχή και, αν είναι δυνατόν, χρήσιμοποιώντας για δόλωμα το αίμα.
Η ορμιά για το ζωντανό ψαράκι είναι η πιο απλή που μπορεί κανείς να φανταστεί: στην άκρη της αρματωσιάς, την οποία πρέπει να διαλέξουμε όπως πάντα πολύ λεπτή, δένεται ένα αγκίστρι αρ. 10, ενώ στην ίδια την αρματωσιά, σε μικρή απόσταση απ’ το αγκίστρι, θα τοποθετηθεί μια μικρή σφαιρική μολυβήθρα που θα επιτρέπει να ρίξουμε σε μια ορισμένη απόσταση το ελαφρύτατο αυτό δόλωμα.
Στο αγκίστρι τοποθετείται απ’ τα χείλη ένα μικρό σίρκο, ή καλύτερα ακόμα, ένας κοβίτης πολύ μικρών διαστάσεων. Όταν έχουμε στη διάθεση μας πολύ μικρά ψάρια, που είναι και τα πιο αποτελεσματικά, το αγκίστρι θα πρέπει να αντικατασταθεί με ένα άλλο μικρότερου μεγέθους. Βέβαια, όσο μικρότερο είναι το αγκίστρι, τόσο πιο δύσκολο θα είναι το αγκίστρωμα του θηράματος, αλλά το ελάττωμα αυτό αναπληρώνεται απ’ τις μεγαλύτερες πιθανότητες επίθεσης του δολώματος από τον καβεδάνο.
Δεν θα είναι εύκολο να πιάσουμε καβεδάνους εμπιστευόμενοι μονάχα την δελεαστικότητα που έχει το ζωντανό ψαράκι για το κυπρινιδές αυτό. Το ζωντανό ψαροδόλι πρέπει να σύρεται με κατάλληλα τραβήγματα, με τρόπο ώστε να ερεθίζει το ψάρι, χωρίς όμως να του επιτρέψει να αντιληφθεί την ενέδρα. Συνεπώς μ’ αυτή τη μέθοδο ψαρεύουν τον καβεδάνο με το καλάμι εξακοντισμού, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ψαρεύουν και με το κουταλάκι, αφήνοντας δηλαδή να προχωρά το δόλωμα σύμφωνα με την ώθηση που δίνει το ρεύμα ή σε λιμνάζοντα νερά, επαναφέροντας το δόλωμα με τρόπο ώστε να το κάνουμε να μιμείται όσο τελειότερα είναι δυνατόν ένα μικρό ψαράκι πληγωμένο ή ένα ψαράκι που πεθαίνει, πράγμα που θα προσελκύσει τον καβεδάνο.
Στα θολά νερά και στις ίδιες τοποθεσίες που ψαρεύουν με επιτυχία με την κάμπια της μύγας ή και με το αίμα, μπορούν να πιαστούν καβεδάνοι με τη χρήση της ελαφριάς ορμιάς βυθού, δολώνοντας ένα ζωντανό ψαράκι ή οδηγώντας την ορμιά με τον ίδιο τρόπο που συνήθως εφαρμόζουν με όλα τα άλλα δολώματα.

Share