Είναι αναμφίβολο πως το ψάρεμα κι η κατανάλωση ψαριών, που προέρχονται από μια εντατική εκμετάλλευση τους. είναι στενά συνδεδεμένα με την ναυτική δραστηριότητα ενός λαού. Όλοι οι θαλασσινοί λαοί εκτιμούν σωστά το ψάρι και κάνουν μεγάλη κατανάλωση απ» αυτό.

Όλοι οι λαοί των χωρών που βρέχονται από θάλασσα ή που έχουν σημαντικές λίμνες και ποτάμια, ψαρεύουν ψάρια, εκμεταλλευόμενοι την τύχη να διαθέτουν ένα από τα πιο σημαντικά πλούτη της γης.
Οι Ρωμαίοι δεν υπήρξαν ποτέ μεγάλοι θαλασσοπόροι. Χρησιμοποιούσαν ξένα πλοία για την μεταφορά των εμπορευμάτων και όποτε άλλοτε ήταν αναγκαίο να διασχίσουν την θάλασσα. Ειδικό χρησιμοποιούσαν ελληνικά πλοία. Ούτε και στην διάρκεια των πολέμων διέθεταν ισάριθμα πλοία με τους στόλους άλλων κρατών. Η θαλάσσια δύναμη των Ρωμαίων υπήρξε σχεδόν πάντα αμελητέα και μόνο πιο αργά, την εποχή της Αυτοκρατορίας, φρόντιζαν να μεταφέρουν τα εμπορεύματα τους με δικά τους πλοία. Στον πόλεμο, αν και δεν λείπουν οι ναυμαχίες, μετέτρεψαν τα πλοία για την μεταφορά στρατευμάτων, επειδή προτιμούσαν πάντα τις μάχες στην στεριά και απέφευγαν, όποτε ήταν δυνατό, ν’ αναμετρηθούν με τον εχθρό στη θάλασσα.
Στους Ρωμαίους λοιπόν το ενδιαφέρον για το ψάρεμα, δεν έχει σχέση με τις θαλάσσιες δραστηριότητες, αλλά με την εκτίμηση για το ψάρι σαν τροφή, η οποία ειδικά την περίοδο της ακμής και της παρακμής της Αυτοκρατορίας μετατράπηκε σε μανία.
Δεν λείπουν σ’ αυτόν τον τομέα, όπως και σ’ άλλους, παραδείγματα παραξενιάς κι ανευθυνότητας των Ρωμαίων πατρικίων.
Τεράστιες ποσότητες ψαριών μαγειρεμένες μ’ εξεζητημένους τρόπους, σπατάλη πόρων, ενώ ο λαός ζούσε σε συνθήκες μιζέριας. Πολλοί αυτοκράτορες κι ευγενείς γεύονταν φαγητά μαγειρεμένα από ορισμένα μέρη ψαριών ενώ τα υπόλοιπα πετιόνταν. Για παράδειγμα πιάτα φτιαγμένα με βάση τα μουστάκια των ψαριών ενώ το κρέας τ’ άφηναν να σαπίσει. Στέρνες ψαριών που τα τάιζαν με ανθρώπινο κρέας και πολλές άλλες παραξενιές λίγο – πολύ σκληρές και ανόητες γνωστές στους ιστορικούς.img5 19 - Ψάρεμα από Ρωμαίους
Όμως το γούστο για το ψάρι απλώθηκε και στον φτωχό λαό, κύρια από την αφθονία του και την χαμηλή του τιμή. Το ψάρεμα έγινε επικερδής δραστηριότητα με την οποία ασχολήθηκαν ολόκληροι παραποτάμιοι πληθυσμοί.
Στην αρχή το ψάρεμα γινόταν κύρια με γάντζους και καμάκια κι ειδικά με τρίαινες που μπορούσαν να διαπεράσουν μεσαία και μεγάλα ψάρια. Στην συνέχεια, όταν αυξήθηκε η ζήτηση του προϊόντος, οι Ρωμαίοι ψαράδες έκαναν όλο και περισσότερο χρήση των διχτύων, με τα οποία ήταν δυνατή η εντατική αλιεία.
Από τότε, όλοι οι τύποι διχτύων – για φράξιμο, συρτά, ζυγά, για μικρά και μεγάλα ψάρια, εγκαταστάσεις σταθερές και κινητές για το εντατικό ψάρεμα – χρησιμοποιήθηκαν απ’ τους Ρωμαίους, που διέθεταν ακόμη τεράστιες σταθερές εγκαταστάσεις ή ξύλινες παγίδες, με τις οποίες φαίνεται ότι έπιαναν την μεγαλύτερη ποσότητα ψαριών, που έστελναν στις αγορές. Αυτές τις σταθερές εγκαταστάσεις τις έστηναν βασικό σε περάσματα ψαριών, στις εκβολές ποταμών και σε κάθε κατάλληλο μέρος, ενώ στις ακτές έπλεαν πολυάριθμα μικρά και μεγάλα σκάφη που ψάρευαν με συρτά δίχτυα.
.
Οι Ρωμαίοι, ενώ ακόμη δεν ενδιαφέρονταν γιο: την ιχθυοπανίδα της Μεσογείου, ανέπτυξαν μεγάλου μεγέθους και σημασίας πρωτοβουλίες για τον εγκλιματισμό εξωτικών ψαριών σε συγκεκριμένες ακτές της Μεσογείου. Σχεδόν όλες αυτές οι πρωτοβουλίες στέφτηκαν με επιτυχία. Επρόκειτο για τον εγκλιματισμό ειδών που τιμούσαν στα γεύματα τους οι Ρωμαίοι πατρίκιοι, οπότε κάθε τέτοια πρωτοβουλία, παρά το ψηλό κόστος και τις δυσκολίες, έπρεπε να πετύχει.
Στις ακτές της Μεσογείου, εκεί όπου μεταφέρθηκαν ψάρια απ’ τις βοραοαφρικανικές ακτές και την Μικρά Ασία, απαγορεύτηκε αυστηρά το ψάρεμα. Οργανώθηκε αστυνομία  υδάτων.
Στους Ρωμαίους άρεσε ιδιαίτερη η σμέρνα και το μπαρμπούνι. Για τις σμέρνες έφτιαχναν ιδιωτικά ιχθυοτροφεία όπου τα ψάρια που εκτρέφονταν σε μεγάλες ποσότητες, τρέφονταν με κατάλληλες τροφές και καμμιά φορά με κρέας σκλάβων, αν κι υπάρχουν πολλές υπερβολές σ’ αυτό το θέμα.
Στην «Ιστορία τής Αλιείας» ο Ιταλός συγγραφέας Τομάτσι, μας δίνει ένα αρκετά ενδεικτικό επεισόδιο, που αναφέρουν ο Πλίνιος και ο Σενέκας. Ο Αυτοκράτορας Αύγουστος, καλεσμένος σε γεύμα από τον Βέντιο Πολλίωνα, παρακολούθησε την θανατική καταδίκη ενός σκλάβου που είχε σπάσει ένα πολύτιμο βάζο. Τ’ αφεντικό του. ο Πολλίωνας τον καταδίκασε να ριχτεί στις σμέρνες. Ο σκλάβος ζήτησε χάρη απ’ τον αυτοκράτορα, που ζητούσε αν έπρεπε να πεθάνει, να γλιτώσει τουλάχιστον το φριχτό μαρτύριο να καταβροχθιστεί απ’ τις σμέρνες. Ο Αύγουστος, που τον λυπήθηκε, διέταξε να του χαρίσουν τη ζωή, και να σπάσουν όλα τα βάζα στο σπίτι του Πολλίωνα. Αυτό το επεισόδιο, εκτός του ότι μαρτυρεί τον ανθρωπισμό του Αύγουστου, δείχνει καθαρά ότι η συνήθεια να πετάνε σκλάβους στις σμέρνες δεν ήταν συχνή ούτε αποδεχτή. Οι αναρίθμητες περιπτώσεις, που αναφέρονται σ’ αυτή την βάρβαρη συνήθεια, είναι στην πραγματικότητα πολύ λιγότερες. Πρόκειται για εξαιρετικές περιπτώσεις που διέπραξε κάποιος σκληρός και διεφθαρμένος πατρίκιος.
Αν κι εκτιμούσαν το κρέας της, οι Ρωμαίοι φοβόντουσαν την σμέρνα, από την επιθετικότητα της. Νόμιζαν πως γεννιόταν απ» το ζευγάρωμα κάποιου ψαριού, πιθανά του χελιού, με την οχιά και πίστευαν πως το δάγκωμά της ήταν,  θανατηφόρο.
Ένα ψάρι που εκτιμούσαν ιδιαίτερα ήταν το μπαρμπούνι μα μόνο όταν είχε μεγάλες διαστάσεις. Σ’ αυτή την σπάνια περίπτωση, αποτελούσε πιάτο αποκλειστικά για εκλεκτούς καλεσμένους.
Αναφερθήκαμε στις παραξενιές της υψηλής ρωμαϊκής κοινωνίας σε σχέση με τ’ αναρίθμητα πλούτη. Είναι γνωστό, ότι μερικών ψαριών έτρωγαν μονάχα το συκώτι, μαγειρεμένο με περίεργους κι εξεζητημένους τρόπους. Λέγεται, ότι ο Ηλιογάβαλος έφαγε μια φορά ένα πιάτο που αποτελείτο αποκλειστικά από μουστάκια μπαρμπουνιών, για την ετοιμασία του οποίου χρειάστηκαν χιλιάδες μεγάλα ψάρια.
¶λλα ψάρια που άρεσαν σ’ όλους ήταν το λουράκι και ι τσιπούρα, ενώ λέγεται ότι η γλώσσα ήταν ταπεινή τροφή σ’ αντίθεση με τ’ άλλα πεπλατυσμένα ψάρια, πράγμα περίεργο για( μας που έχουμε ακριβώς την αντίθετη γνώμη. Ο οξύρρυγχος σ άλλους άρεσε και σ’ άλλους όχι.
Αυτό το ψάρι με το πραγματικά νόστιμο κρέας, δέχτηκε τις διακυμάνσεις της ευμετάβλητης γαστρονομικής μόδας. Όλο τα ψάρια του γλυκού νερού ικανοποιούσαν και τα πιο λεπτό γούστα, πράγμα που μας προκαλεί έκπληξη, γιατί στα περισσότερα ιταλικά ποτάμια ζούσαν ασπρόψαρα, που δεν εκτιμούνται ιδιαίτερα από τους σύγχρονους καλοφαγάδες.
Ήταν μάλλον η δύσκολη και πολύπλοκη επεξεργασία που έκανε νόστιμο κι εύγευστο το κρέας του ασπρόψαρου. Παρά το γεγονός ότι η κατανάλωση τού ψαριού ήταν μεγάλη τόσο απ’ το λαό όσο κι απ’ τις εύπορες τάξεις, οι ψαράδες ζούσαν στην μιζέρια, ενώ οι έμποροι ψαριών κι οι μεσάζοντες έβγαζαν μεγάλα κέρδη.
Αυτοί ήξεραν να χειρίζονται θαυμάσια τις υποθέσεις τους ρίχνοντας στην αγορά το εμπόρευμα με τρόπο και σε συμφέρουσες ποσότητες, όπως ακριβώς γίνεται και στις μέρες μας.
Οι ψαράδες ζούσαν σε φτωχές καλύβες, σε πρωτόγονες κατοικίες κι η μόνη τους περιουσία ήταν τα σκάφη και τα δίχτυα. Όμως κι ανάμεσα σ’ αυτούς υπήρχαν οι τυχεροί. Πρόκειται για τους ιδιωτικούς ψαράδες κάποιας πλούσιας οικογένειας ή της ίδιας της αυτοκρατορικής οικογένειας.
Λυτοί οι ψαράδες, αν δεν ήταν σκλάβοι, ζούσαν με μια σταθερή αμοιβή και συγκριτικά με τους άλλους, είχαν το προνόμιο να δουλεύουν λιγότερο ή περισσότερο, μόνο στην περίπτωση που τ» αφεντικά είχαν ανάγκη από ψάρι.
396592300 - Ψάρεμα από ΡωμαίουςΕνώ το κυνήγι μόνο για μια περίοδο θεωρήθηκε στη Ρώμη δειλή και ταπεινή δραστηριότητα, το ψάρεμα πάντα κρινόταν σαν ντροπιαστική δουλειά, που προοριζόταν για τους σκλάβους και τους πληβείους των ακτών.
Πάντως δεν λείπουν- και περιπτώσεις, όπου άτομα με ψηλή θέση στην Ρωμαϊκή κοινωνία ψάρευαν για σπορ; ειδικά μ’ αγκίστρι ψάρευαν αρκετά άτομα πρώτου μεγέθους όπως ο Αύγουστος, ο Αντώνιος κι άλλοι. Αρκετοί ρωμαίοι συγγραφείς και ποιητές ύμνησαν τις απολαύσεις του ψαρέματος που ο Μαρτσιάλε θεωρούσε συγκινητικό, ενώ ο Βιργίλιος, ο Πλίνιος ο Γέρος μιλούν συχνά γι’ αυτό, αναφέροντας με λύπη την δυστυχισμένη ζωή των ψαράδων της ακτής. Στο εσωτερικό της χώρας το ψάρεμα γινόταν μ’ αγκίστρι και για διασκέδαση. Οι ψαράδες, ακόμα κι οι επαγγελματίες είχαν μια δική τους γιορτή, τον Ιούνιο, που δεν αφορούσε τους ψαράδες της θάλασσας, μάλλον γιατί αυτοί ζούσαν μακριά απ’ τις πόλεις, απομονωμένοι με τις οικογένειες τους.
Το ψάρεμα με πετονιά γινότανε με τον Ελληνικό τρόπο, με ένα μακρύ καλάμι, ίσα με τέσσερα μέτρα, εφοδιασμένο με μια πετονιά με ίδιο μήκος, από πλεγμένο λινάρι. Τα αγκίστρια καλής κατασκευής, ήταν  μπρούτζο κι από σίδερο.
Σαν σπορ το ψάρεμα στους Ρωμαίους είχε μεγάλη ανάπτυξη: ενώ ψάρευαν τον θύμαλλο με πολυάγκιστρο δολωμένο με φυσικά έντομα, τα ψάρια των βαθιών νερών τα ψάρευαν με μια μεγάλη ποικιλία από ζύμη και προετοιμασμένα δολώματα.
Ειδικά όσον αφορά την προετοιμασία της ζύμης φαίνεται πως οι Ρωμαίοι ψαράδες ήταν πιο εξελιγμένοι απ’ τους σύγχρονους: Η ποικιλία της ζύμης ήταν πραγματικά εκπληκτική: μαλάγρα ψωμιού με γάλα, μίξη αλεύρων από διάφορα δημητριακά σε κατάλληλες δόσεις, μίγματα με πηγμένο τυρί, αυγά, γάλα, το καθένα κατάλληλο για διαφορετικό είδος ψαριού.
Οι Ρωμαίοι γνώρισαν το ρόλο των αρωμάτων στα προετοιμασμένα δολώματα και γι’ αυτό οι ζύμες εμπλουτίζονταν με διάφορες ουσίες, σχεδόν όλες φυτικής προέλευσης. Θυμάρι, δεντρολίβανο, μέντα και συνθέσεις, λίγο – πολύ πολύπλοκες, από διάφορα αρώματα και ουσίες, αναμιγμένες ταυτόχρονα σε διάφορες δόσεις.
Το ψάρεμα σαν σπορ ήταν λοιπόν πλατιά διαδομένο, κύρια στους κατοίκους των μεγάλων κέντρων και την εποχή της αυτοκρατορίας, οι ερασιτέχνες ψαράδες του Ούρμπε, ήταν πολλές εκατοντάδες όλων των κοινωνικών τάξεων.
Στη συνέχεια, μετά την πτώση της αυτοκρατορίας, το πάθος για το ψάρεμα λιγόστεψε κι ο αριθμός των ερασιτεχνών όλο και λιγόστευε.

Πηγή παγκόσμια εγκυκλοπαίδεια ψαρέματος 

Share