Το στόμα και τα εσωτερικά όργανα

cario10 - Το στόμα και τα εσωτερικά όργαναΑνάλογα με τις ιδιαίτερες συνήθειες, κάθε είδος έχει και μια ιδιαίτερη δομή του στόματος. Τα σαρκοφάγα έχουν στόμα οπλισμένο με δόντια κατάλληλα για το μάσημα του θύματος αλλά κυριότερα για τη θανάτωση του. Καρχαρίες, μπαρακούντα, λούτσοι και πέστροφες σκοτώνουν γρήγορα το ζωντανό θήραμα αλλά το μασούν πολύ λίγο και το καταπίνουν σχεδόν ολόκληρο. Ορισμένα ψάρια βυθού, όπως τα σελάχια έχουν το στόμα οπλισμένο με
οστεώδεις πλάκες, που χρησιμεύουν αποτελεσματικά στο να σπάνε κοχύλια, αχινούς και κάθε παρόμοια τροφή που συναντούν αυτά τα ψάρια στο βυθό.

Ανάμεσα στα σαρκοβόρα υπάρχουν εν τούτοις τα είδη που πραγματικά μασούν την τροφή τους, όπως η συναγρίδα κι η τσιπούρα. Αυτά τα ψάρια κι άλλα παρόμοια, έχουν στόμα με κατάλληλα δόντια για το μάσημα, παρόμοια δηλαδή με ‘κείνα των ανώτερων ζώων.

Η τούρνα και η πέστροφα έχουν δόντια κατανεμημένα με έναν τρόπο που ονομάζεται «συνχτένα». Έχουν δηλαδή το στόμα οπλισμένο, εκτός από μία ή και δύο σειρές πιο μεγάλων δοντιών, με πολυάριθμες μικρότερες αιχμές που βρίσκονται στον ουρανίσκο καθώς ακόμα και στη γλώσσα. Με τέτοια οδοντοστοιχία αυτά τα σαρκοφάγα των γλυκών νερών μπορούν να σκοτώσουν μ’ ένα χτύπημα οποιοδήποτε θήραμα, καταφέρουν να βάλουν στο στόμα τους. Ενώ τα ψάρια των βράχων είναι οπλισμένα με μικρά δόντια που χρησιμεύουν να ροκανίζουν στην επιφάνεια των βράχων, άλλα ψάρια έχουν φαρυγγικά δόντια.

cario9 - Το στόμα και τα εσωτερικά όργαναΤα κυπρινιδή, ο καβεδάνος κι ο κάρπος έχουν ισχυρότατα φαρυγγικά δόντια, κατάλληλα να σπάνε και να θρυμματίζουν ακόμα και πολύ σκληρά σώματα. Είναι γνωστή η δύναμη τού φαρυγγικού συστήματος των καβεδάνων και των κάρπων, τέτοια που μπορεί να είναι οδυνηρή για τον ψαρά, όταν είναι υποχρεωμένος να ξαγκιστρώσει το πιασμένο ψάρι, που έχει καταπιεί βαθιά το δόλωμα.

Κόκαλα του κεφαλιού ενός ψαριού με οστεώδη σκελετό: os: άνω ινιακό οστό. ep: επιωτικό, sq: ψολιδωτό. pa: βρεγματικό. ba: σφηνοειδές, pr: οωτικό. fr: μετωπικό, pf: παρασφηνοειδές. el: πλευρικό ηθμοειδές. me: μεσοηθμοειδές. na: ρινικό, pt: πτερυγοειδές, bo: κάτω ινιακό, an: γωνιαίο γναθικό, si: συμπλεκτικό, qu: τετράγωνο, ol: πλευρικό ινιακό, vi: πρώτος σπόνδυλος, im: ιογναθι-κό. ορ: οπισθωτικό. Id1, Id2, Id3: μέρη του ιοει-δούς. rb: βραγχιακές ακτίνες, et: γλωσσικό οστό, pi: ουρανίσκος ps: προγναθικό. ar: αρθρικό: de: οδοντικό. Κάτω: κρανίο μιας τούρνας.

Το πεπτικό σύστημα στο μεγαλύτερο μέρος των ψαριών είναι αρκετά απλό αλλά διαφέρει σημαντικά στη δομή του, ανάλογα με τα διάφορα είδη. Σημαντικό, ανάμεσα στα όργανα που συνδέονται με το πεπτικό σύστημα, είναι η νυκτική κύστη, που επικοινωνεί με τον πεπτικό μηχανισμό με έναν πολύ μικρό αγωγό. Αυτή η κύστη μπορεί να φουσκώσει γρήγορα με οξυγόνο και έτσι χρησιμεύει, με τέλειο τρόπο, σαν υδροστατικός ρυθμιστής.

Share

Το νευρικό σύστημα των ψαριών

cario14 - Το νευρικό σύστημα των ψαριώνΟ εγκέφαλος των ψαριών είναι λίγο αναπτυγμένος, και αρκετά «πρωτόγονος»· αντίθετα είναι αρκετά ανεπτυγμένοι οι οσφρητικοί κι οι οπτικοί τους λοβοί. Σημαντική τελειότητα και ανάπτυξη χαρακτηρίζουν την παρεγκεφαλίδα, που είναι ο συντονιστής των κινήσεων. Όμως αυτό το όργανο είναι περισσότερο αναπτυγμένο στα αποδημητικά ή νυκτικά ψάρια, απ’ ό,τι σ’ εκείνα με αντίθετα χαρακτηριστικά και συνήθειες. Τα ψάρια είναι ευαίσθητα στις οσμές και στις γεύσεις, τις οποίες μπορούν ν’ αντιληφθούν περισσότερο με τα θηλίδια που είναι διασκορπισμένα στο μπροστινό μέρος του σώματος, απ’ ότι με τις κοιλότητες της μύτης. Τα ψάρια δεν έχουν ένα αποτελεσματικό εξωτερικό αυτί αντιλαμβάνονται τις δονήσεις με το εσωτερικό αυτί που αποτελείται από δυο κοιλότητες που περιέχουν ορώδες υγρό, στο οποίο βρίσκονται μετέωρα ασβεστώδη σώματα (ωτόλιθοι), που καθορίζουν και την αίσθηση ισορροπίας του ψαριού. Απ’ τις παραπάνω κοιλότητες ξεκινούν τα δυο κανάλια της πλάγιας γραμμής, η οποία διατρέχει τα δύο πλευρά του σώματος του ψαριού κατά μήκος. Τα κανάλια αυτά βρίσκονται σε επικοινωνία με το εξωτερικό, μέσω κοντών, μικρότερων και δευτερευόντων καναλιών. Με αυτό το σύστημα το ψάρι αντιλαμβάνεται τις δονήσεις του νερού.

Στη γραμμή που παρατηρείται σχεδιασμένη στα πλάγια του ψαριού αντιστοιχούν αναρίθμητα μικρά κανάλια κάθετα στην επιφάνεια τού δέρματος, που συνδέονται κάτω απ’ τα λέπια με το πλαϊνό κανάλι. Το κεντρικό και τα δευτερεύοντα περιέχουν μια ειδική βλέννα. Στο κανάλι βρίσκονται τα λεγόμενα «κουμπιά» απ’ τα οποία ξεκινούν λεπτότατα τριχίδια. Ανάμεσα στα τριχίδια τρέχει το πλαϊνό νεύρο, παράλληλα με τη γραμμή που αντιλαμβανόμαστε απ’ το εξωτερικό. Μέσω των μικρών καναλιών οι δονήσεις του εξωτερικού περιβάλλοντος περνούν στο πλαϊνό κανάλι και κατά συνέπεια εξαιτίας της δόνησης των τριχιδίων, στο πλαϊνό νεύρο κι απ’ αυτό στον παρεγκέφαλο.
Η πλαϊνή γραμμή ξεκινά απ’ το κρανίο των ψαριών μέσα από διάφορες διακλαδώσεις. Οι διακλαδώσεις στην επιφάνεια του κρανίου ενώνονται μετά στη βάση απ’ όπου ξεκινά η πλαϊνή γραμμή.
Είναι σημαντικό το γεγονός ότι ένα ψάρι, ακόμα και τυφλό, μπορεί να κινείται με μόλις λιγότερη άνεση στο στοιχείο του προσανατολιζόμενο στην εντέλεια, ενώ αν οι πλαϊνές γραμμές του έχουν διακοπεί ή χτυπηθεί, χάνει κάθε έλεγχο της κατεύθυνσης και της ισορροπίας.
Η οπτική ικανότητα των ψαριών είναι αρκετά μειωμένη σε σχέση με κείνη των ζώων τής ξηράς. Πράγματι, τα μάτια είναι δημιουργημένα με τρόπο ώστε οι εικόνες δεν δημιουργούνται στην ρητίνη αλλά πιο πίσω απ’ αυτήν. Έτσι, τα περιγράμματα των εικόνων δεν είναι τέλεια ορατά για τα ψάρια, ενώ μπορούν να αντιλαμβάνονται πολύ καλά τις κινήσεις των σωμάτων που παρατηρούν. Φαίνεται πως τα ψάρια μπορούν να αντιλαμβάνονται πολύ καλά τα χρώματα αλλά αυτή η ικανότητα δεν έχει ακόμα βεβαιωθεί. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα λέει και ο συγγραφέας  Μπερτίν στη «συμπεριφορά των ψαριών», «η όραση ξεπερνιέται κατά πολύ απ’ τις αισθήσεις της όσφρησης, της γεύσης, καθώς και της αφής.

Share

Τα πτερύγια των ψαριών

cario5 - Τα πτερύγια των ψαριώνΤα πτερύγια είναι χαρακτηριστικά όργανα των ψαριών κι επιτελούν προωθητική και σταθεροποιητική λειτουργία.Αυτά τα όργανα διακρίνονται, κύρια απ’ τη θέση τους, σε διπλά πτερύγια (στηθιαία και ης λεκάνης) και σε μονά πτερύγια (ραχιαία, σε διάφορους αριθμούς, και ουριαία). Το ουριαίο πτερύγιο έχει διαφορετικές μορφές για τα διάφορα είδη.

cario4 - Τα πτερύγια των ψαριώνΜπορεί να είναι με ένα μόνο λοβό ή δύο λοβούς κι αυτοί οι λοβοί ακόμα μπορούν να έχουν διάφορεςcario3 - Τα πτερύγια των ψαριών μορφές. Απ’ αυτή την άποψη, τα ψάρια διακρίνονται σε ισόμερα και ανισόμερα, ανάλογα με το αν οι δυο λοβοί της ουράς είναι ίδιοι, ή αλλιώς, αν ο πάνω λοβός είναι πιο μεγάλος απ’ τον κάτω λοβό. Στα περισσότερα ψάρια τα πτερύγια υποστηρίζονται από βελόνες, λιγότερο ή περισσότερο ελαστικές και συχνά μυτερές. Κύριο όργανο για την ώθηση, για τα περισσότερα ψάρια είναι η ουρά, όπου βρίσκονται οι πιο ισχυροί μυς όλου του σώματος. Το ουριαίο πτερύγιο, κινούμενο απ’ αυτούς τους μυς, χρησιμεύει σαν προωθητής και τιμόνι συγχρόνως, ενώ τα διπλά στηθιαία και λεκανιαία πτερύγια έχουν βοηθητικές λειτουργίες σταθεροποίησης και κατεύθυνσης και τα ραχιαία πτερύγια μόνο σταθεροποίησης. Φωτογραφίες που εικονίζουν τη θέση των πτερυγίων ,το σχήμα του ουριαίου πτερύγιου και το σχήμα των λεπιών. (από τα οποία μπορεί να βρεθεί και η ηλικία των ψαριών)

Share

Τα λέπια και το χρώμα

cario7 - Τα λέπια και το χρώμαΤα λέπια των ψαριών, διαφορετικά μ’ εκείνα των ερπετών, δεν αποτελούνται από κερατοειδή ουσία και μπορούν να θεωρηθούν, με την πολυσύνθετη δομή τους, πραγματικά όργανα. Η δομή τους διαφέρει σημαντικά και έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά για κάθε είδος. Στους καρχαρίες τα λέπια παίρνουν τη μορφή μικρών δοντιών που στο κέντρο έχουν έναν πολτό που προστατεύεται από οστό. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε, πως σ’ αυτά τα είδη τα λέπια μετατρέπονται σταδιακά, στο στόμα, και γίνονται κανονικά δόντια. Τα στουργιούνια έχουν τη ράχη σκεπασμένη με σμαλτωμένες πλάκες (γι’ αυτό ονομάζονται γανοειδή), που προστατεύουν το σώμα του ψαριού. Τα τελεόστεα ψάρια έχουν το σώμα σκεπασμένο με λέπια διαφορετικής μορφής και ύλης. Τα λέπια ορισμένων ειδών είναι λεία, όπως του κάρπου και της τίγγας, ενώ σε άλλα είναι οπλισμένα με μικροσκοπικές αιχμές που τα κάνουν τραχεία στην αφή, όπως είναι εύκολο να πιστοποιήσουμε για την περκοπέστροφα.

cario8 - Τα λέπια και το χρώμαΠολλά ψάρια εμφανίζονται χωρίς λέπια και είναι πραγματικά, ενώ άλλα είναι μόνο φαινομενικά. Στο χέλι. λόγου χάρη, τα λέπια σκεπάζονται τελείως απ’ το δέρμα. Τα λέπια αντιπροσωπεύουν σχεδόν πάντα μια προστασία απέναντι στους εξωτερικούς κινδύνους του περιβάλλοντος, αλλά δεν είναι η μόνη άμυνα των ψαριών, τουλάχιστον σε πολλά είδη. Εξαιρετικά χρήσιμο όπλο είναι οι εκκρίσεις τής βλέννας που σκεπάζει δέρμα και λέπια πολλών ειδών. Όχι σπάνια, η έλλειψη αυτής της βλέννας αφήνει ανυπεράσπιστο το ψάρι απέναντι στις αλλαγές θερμοκρασίας ή τις χημικές αλλοιώσεις του νερού, γι’ αυτό και το ψάρι καταστρέφεται. Τα λέπια, συνήθως, είναι τοποθετημένα το ένα πάνω στ’ άλλο, όπως τα κεραμίδια της σκεπής, και στερεωμένα στο δέρμα απ’ το μπροστινό μέρος, πράγμα που επιτρέπει στο νερό να ρέει με τον καλύτερο τρόπο πάνω στην επιφάνεια του σώματος του ψαριού. Για ότι αφορά το χρώμα των ψαριών, είναι πια γνωστό πως μπορεί να είναι χημικής ή και φυσικής προέλευσης. Στην πρώτη περίπτωση το χρώμα καθορίζεται απ’ την χρώση του δέρματος και των λεπιών, στη δεύτερη από εφφέ του φωτός.

Στο δέρμα των ψαριών και για μεγαλύτερη ακρίβεια στην επιδερμίδα, υπάρχουν κύτταρα, που λέγονται χρωματοφόρα και μπορούν να συσταλοϋν και να διασταλούν σημαντικά. Σ’ αυτή την ικανότητα οφείλεται η σχετικά γρήγορη αλλαγή των χρωματικών τόννων στα ψάρια κι ιδιαίτερα σε ορισμένα είδη. Ανάμεσα στα διάφορα είδη είναι γνωστά για τη δυνατότητα γρήγορων και εμφανών αλλαγών χρώματος τα πεπλατυσμένα: οι γλώσσες, οι ρόμβοι, τα σελάχια μπορούν να μιμούνται εύκολα οποιοδήποτε βυθό. Για το μεγαλύτερο μέρος των ειδών η αλλαγή χρώματος εξαιτίας των αναγκών προσαρμογής, είναι πολύ πιο αργή αλλά αρκετά εμφανής. Εύκολο είναι να παρατηρήσουμε το φαινόμενο, αν μετακινήσουμε ένα ψάρι από ένα περιβάλλον σε ένα άλλο, που θα έχει διαφορετικό φως και άλλα χαρακτηριστικά.

Share

Τα αναπνευστικά όργανα του ψαριού

cario11 - Τα αναπνευστικά όργανα του ψαριούΗ αναπνοή των ψαριών γίνεται με όργανα σχετικά πολύπλοκης δομής, που ονομάζονται βράγχια.
Μέσω του στόματος το νερό φτάνει αυτά τα όργανα και τα σκεπάζει. Μετά, βγαίνει πάλι μέσω των βραγχιακών ανοιγμάτων που είναι πολύ ορατά σε ορισμένα είδη κι ιδιαίτερα στους καρχαρίες. Τα βραγχιακά ανοίγματα έχουν στο εσωτερικό λεπτοκαμωμένες δομές που ονομάζονται βραγχιακές σχισμές, μέσα στις οποίες γίνεται η αέρια μεταλλαγή. Διαφορετική είναι η δομή των βραγχίων για τα άλλα ψάρια που έχουν αυτά τα όργανα προστατευμένα με επιπωμάτια λιγότερο ή περισσότερο σκληρά, συχνά εφοδιασμένα με προστατευτικές αιχμές, που μερικές φορές είναι κοφτερές.
Τα βράγχια είναι τοποθετημένα σε κοιλότητες και το πέρασμα του νερού γίνεται με εισπνοή και εκπνοή. Το εισπνεόμενο νερό απ’ το στόμα, βγαίνει απ’ τα επιπωμάτια που ανασηκώνονται για να διευκολύνουν την εκπνοή. Μ’ αυτό τον τρόπο τα βράγχια σε τέσσερα ζευγάρια έχουν τη μορφή μισοφέγγαρου και αποτελούνται από ένα γερό τόξο που στηρίζει εξωτερικά την καθεαυτή βραγχιακή δομή και, στο εσωτερικό, έχει λεπτές και σχετικά πυκνές μύτες που, σε ορισμένα είδη, χρησιμεύουν για να κρατούν την μικροπανϊδα ή το πλαγκτόν που αποτελεί την τροφή τους.
cario12 - Τα αναπνευστικά όργανα του ψαριούΗ λειτουργία των βραγχίων είναι να αφομοιώνουν το οξυγόνο που υπάρχει στη σύσταση τού νερού. Αν κι η ανάγκη για οξυγόνο είναι διαφορετική για τα διάφορα είδη, οι ανάγκες των ψαριών είναι αρκετά περιορισμένες σε σύγκριση με ‘κείνες της γήινης πανίδας. Επίσης, υπάρχουν είδη που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη για οξυγόνο κι ανάμεσα σ’ αυτά είναι η πέστροφα που ψάχνει γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ψυχρά νερά, ταραγμένα και πολύ οξυγονωμένα.
Πολύ σημαντικό φαινόμενο, συνδεδεμένο με την όχι πολύ δραστήρια αναπνοή των ψαριών, είναι η προσαρμογή της θερμοκρασίας του σώματος τους με κείνη του περιβάλλοντος τους. Εν τούτοις η εσωτερική θερμοκρασία μπορεί να διακυμαίνεται, ανάλογα με το εξωτερικό περιβάλλον μόνο σε ορισμένα όρια, τα οποία αν παραβιαστούν, το ψάρι πεθαίνει.
cario15 - Τα αναπνευστικά όργανα του ψαριούΣχετικό μ’ αυτό το φαινόμενο, είναι το γεγονός πως τα ψάρια που ζουν στα νερά μας κατά τη διάρκεια του χειμώνα είναι πολύ λιγότερο δραστήρια απ’ ότι το καλοκαίρι και ιδιαίτερα αυτά που ζουν σε πιο ζεστά νερά, όπως ο κάρπος κι η τίγκα.
Και τα σολομονιδή που ζουν σε πιο κρύο περιβάλλον, υφίστανται τα αποτελέσματα της μείωσης της θερμοκρασίας, αν και  οι συνέπειες της είναι σαφώς πολύ μικρότερες.
Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, εξαιτίας της αδράνειας ή της μικρότερης δραστηριότητας, τα ψάρια δεν μεγαλώνουν ή μεγαλώνουν ελάχιστα, ενώ ξαναρχίζουν εξολοκλήρου τον κύκλο δραστηριότητας την άνοιξη και προπάντων, μετά τις ανοιξιάτικες κατεβασιές.
Το οξυγόνο περνά στην καρδιά μέσω δυο αορτικών ριζών που ξεκινούν απ’ τα αορτικά τόξα, στα βράγχια. Οι δύο αορτικές ρίζες συγκλίνουν στην καρδιά απ’ την οποία ξεκινά η ραχιαία αορτή που φέρνει το αίμα σ’ όλα τα όργανα.

Share

Οι σαρδέλλες

52 300x133 - Οι σαρδέλλεςΜου φαίνεται σωστό, ότι το κεφάλαιο που ασχολείται με τη μετανάστευση των ρεγγών πρέπει να ακολουθηθεί από τις γνώσεις που έχουμε σχετικά με τις σαρδέλλες, γιατί κατά κάποιο τρόπο οι μετακινήσεις αυτών των ψαριών συμπληρώνουν την μετανάστευση των ρεγγών.
Οι ρέγγες προτιμούν νερά λίγο αλμυρά και σχετικά κρύα. Αντίθετα, οι σαρδέλλες συχνάζουν σε ζεστά νερό ή γενικά ήπια και ανεβαίνουν στην επιφάνεια σε περιόδους που οι ρέγγες φεύγοντας από τις ίδιες ζώνες, κατεβαίνουν σε μεγαλύτερα βάθη.

Στην πραγματικότητα, όπως είδαμε και για τις ρέγγες. και εδώ το μάκρος του ταξιδιού είναι μόνο φαινομενικό. Παρ’ όλα αυτά, ενώ οι ρέγγες όπως αναφέραμε προηγουμένως δεν εγκαταλείπουν τα βάθη, παρά μόνο το φθινόπωρο, δηλαδή όταν τα ζεστά και αλμυρά νερά που προέρχονται από τον μεσοτροπικού Ατλαντικό οπισθοδρομούν, οι σαρδέλλες προτιμούν αντίθετα αυτά ακριβώς τα νερά και ανεβαίνουν στην επιφάνεια σιγά -σιγά. όπως ακριβώς φτάνουν δηλαδή τα νερά. Με άλλα λόγια. η αιτία είναι η ίδια που δρα όμως σε αντίθετη φορά που κάνει τις ρέγγες να εξαφανίζονται όταν οι σαρδέλλες εμφανίζονται στο μέρος του ψαρέματος τους.
Υπάρχουν πολλές ποικιλίες σαρδέλλας και τουλάχιστον τρία είδη: η Ευρωπαϊκή σαρδέλλα, η σαρδέλλα του Ατλαντικού και η σαρδέλλα του νότου.
Αναφέραμε έτσι τα είδη για να σας διευκολύνουμε, μια που πιστεύουμε ότι ενδιαφέρεστε περισσότερο για την διαφοροποίηση των ψαριών του ίδιου είδους και για τις συνήθειες τους, παρά για τα επιστημονικά τους χαρακτηριστικά. Αυτές οι υποδείξεις μεταξύ των άλλων είναι και πιο κατάλληλες για να αποδώσουν με καθαρότητα την έννοια της περιοχής που συχνάζουν αυτά τα ψάρια, μια και έχουν τόση μεγάλη σημασία για την βιομηχανία.
Πράγματι, ενώ η Ευρωπαϊκοί  σαρδέλλα είναι ψάρι πολύ κοινό στη Μεσόγειο και ιδιαίτερα στην βόρειο Αφρική, στη Λιγουρία και στην Προβηγκία, ένα άλλο είδος διαφορετικό ζει στις θάλασσες της κεντρικής Αμερικής, στα ανοιχτό των Νοτιοαφρικανικών ακτών και ιδίως στα νερά του Ειρηνικού, στα ανοιχτά των Γιαπωνέζικων ακτών. Η αλιεία της σαρδέλλας αποτελεί για τους Γιαπωνέζους ψαράδες μια από τις κυριότερες πηγές.
Μια άλλη σαρδέλλα, η τρίτη στην χοντρική κατάταξη που κάναμε, ζει στις νότιες θάλασσες σχηματίζοντας μεγάλα κοπάδια στα ανοιχτά της Νέας Ζηλανδίας. Και αυτές οι θάλασσες είναι γεμάτες αλιευτικά που προέρχονται από την Ασία και ιδιαίτερα από την Ιαπωνία.

Το βέβαιο είναι ότι οι σαρδέλλες του Ατλαντικού μπορούν να ψαρευτούν σε μεγάλες ποσότητες μόνο το καλοκαίρι, γιατί μόνο σε αυτή την περίοδο ανεβαίνουν στην επιφάνεια. Στις άλλες εποχές του χρόνου ζουν στο βάθος και μπορούν να ψαρευτούν μόνο τυχαία.
Οι ράτσες που ζουν στη Μεσόγειο, που και αυτές χωρίζονται σε βόρειες και νότιες, αντίθετα μπορούν να ψαρευτούν όλο το χρόνο, αλλά χωρίς αμφιβολία το χειμώνα οι ποσότητες είναι πολύ μικρότερες.
Οι μεγαλύτερες ποσότητες σαρδέλλας που βρίσκονται στο εμπόριο σαν κονσέρβες, προέρχονται από την Ισπανία ή την Πορτογαλία και έχουν ψαρευτεί στον Ατλαντικό, στον οποίο καταγράφονται οι μεγαλύτερες ποσότητες σαρδέλλας.
Υπάρχουν μέρη – περάσματα για αυτά τα ψάρια. Εκεί ψαρεύονται συνέχεια, κυρίως στο βυθό, χωρίς παρ’ όλα αυτά να προσφέρονται οι προϋποθέσεις ενός καλού ψαρέματος, όπως δηλαδή στην μεγάλη αλιεία του Ατλαντικού. Οι σαρδέλλες σε αυτά τα μέρη ψαρεύονται με ειδικά δίχτυα, φτιαγμένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε, να μπορούν να ρυθμιστούν ανάλογα με το βάθος στο οποίο βρίσκονται τα κοπάδια των ψαριών.
Φαίνεται πως οι σαρδέλλες, παρ’ όλο που είναι μόνο φαινομενικά μεταναστευτικά ψάρια, πραγματοποιούν σε ορισμένες ζώνες και σε κατάλληλες συνθήκες θερμοκρασίας, ταξίδια που μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε σαν τοπικές μεταναστεύσεις. Φαίνεται ότι οι σαρδέλλες που ζουν στον Βισκαϊκό κόλπο προτιμούν να μετακινηθούν για να γεννήσουν τα αυγά τους σε μέρη πιο κατάλληλα.
Σ’ αυτό το σημείο ίσως πρέπει να σας θυμίσουμε ότι τα αυγό της σαρδέλλας επιπλέουν γιατί περιέχουν έλαια σε τόση ποσότητα, ώστε να τα εμποδίζουν να βυθιστούν. Οι γόνοι που βγαίνουν από αυτά τα αυγά για λίγο καιρό μένουν στην επιφάνεια και καμμιά φορά τα δίχτυα γίνονται αιτία να βλαφτεί η αναπαραγωγή.
Οι μελετητές πιστεύουν ότι οι πολύ νεαρές σαρδέλλες κάνουν ταξίδια πολύ μεγαλύτερα από ότι οι ενήλικες και ότι πριν ξεκινήσουν αναπαράγονται. Πάντως οι μετακινήσεις γίνονται από το νότο προς το βορρά, ανεξάρτητα από το είδος, για λόγους που μας είναι ακόμα άγνωστοι.
Ακόμα και εκείνες που τις ονομάσαμε σαρδέλλες του βόρειου Ατλαντικού έχουν την τάση να ανεβαίνουν προς τα βόρεια, μόλις φτάσουν να έχουν ένα ορισμένο μήκος, παρ» όλο που οι γονείς τους κατέβηκαν για την αναπαραγωγή σε νότια νερά.
Οι μεταναστεύσεις αυτών των ψαριών είναι πολύ ενδιαφέρουσες και αρκετά γνωστές. Σαν συνέπεια, οι ειδικευμένοι ψαράδες του είδους, βγάζουν αρκετά κέρδη.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι ψαρέματος της σαρδέλλας. Οι σαρδέλλες μπορούν να γνωριστούν από τις διαστάσεις τους και την ηλικία τους. Ήδη στον πρώτο χρόνο της ζωής τους μπορούν να ψαρευτούν. Πρόκειται πάντως για συστήματα ψαρέματος – εκείνα που αφιερώνονται στις πρώιμες και ανήλικες σαρδέλλες – ερασιτεχνικά, με την έννοια ότι οδηγούνται και γίνονται από μικρές βάρκες και μικρές οργανώσεις.
Το ψάρεμα της πρώιμης σαρδέλλας βασίζεται, πάνω από όλα, στην λαιμαργία της που είναι πράγματι φανερή.
Αφού εντοπιστεί ένα κοπάδι από σαρδέλλες, στις ζώνες που συχνάζει κυρίως, το παρασύρουν σε μέρη στενά, ρίχνοντας στο νερό ένα μίγμα, στο οποίο δεν μπορεί να αντισταθεί. Αυτό το μίγμα είναι φτιαγμένο από διάφορα υλικά και κυρίως από αλεύρι και αυγά ψαριών. Τα κυριότερα μίγματα για σαρδέλλες φτιάχνονται από αυγά ρέγγας και διάφορες φαρίνες, ιδιαίτερα δε προτιμιέται η λαδερή φαρίνα που βγαίνει από την επεξεργασία των φιστικιών.
Τα συστήματα των διχτύων που χρησιμεύουν για το ψάρεμα της μικρής σαρδέλλας είναι δυο ειδών: πρώτα απ’ όλα κάθετα δίχτυα με στενά μάτια, υπολογισμένα σύμφωνα με το μέγεθος των ψαριών που θέλουμε να ψαρέψουμε. Αυτά τα δίχτυα είναι απλά και πιάνουν τις σαρδέλλες από τα βράγχια. Οι σαρδέλλες έλκονται από την μυρωδιά του μίγματος και ψάχνοντας το πιάνονται στο δίχτυ.
Αυτό το σύστημα, το οποίο αποδείχνεται κατάλληλο μόνο για ζώνες που αφθονούν οι σαρδέλλες, αφήνει πολλές να ξεφύγουν. Γι’ αυτό το λόγο σε ορισμένα μέρη, που το ψάρεμα της σαρδέλλας αποτελεί μια πραγματική ειδικότητα, χρησιμοποιείται δίχτυ απλό, αλλά πολύ μακρύ, που χρησιμεύει για να περικυκλωθεί το κοπάδι.
Αυτό το δίχτυ είναι φτιαγμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να κλειστεί στην κάτω μεριά, τραβώντας απλώς ένα σχοινί που περνάει ανάμεσα από ειδικά χοντρά μάτια. Το ψάρεμα με αυτού του είδους τα δίχτυα είναι τα πιο συνηθισμένα στις Βασικές περιοχές της Ισπανίας και γίνεται σε τρεις φάσεις. Η πρώτη από αυτές προϋποθέτει την εντόπιση του κοπαδιού των σαρδελλών. Στη δεύτερη φάση οι ψαράδες προσπαθούν να φέρουν το κοπάδι σε ένα μέρος πιο στενό, ρίχνοντας στη θάλασσα το μίγμα που τραβάει τα ψάρια. Στη τρίτη φάση απλώνουν το δίχτυ γύρω από το κοπάδι που έχει μ’ αυτό το τρόπο μαζευτεί. Τελευταία, ενώνουν τις δυο άκρες του διχτύου και ενώ τα ψάρια που έχουν πιαστεί χτυπιούνται, κλείνουν το κάτω μέρος και έτσι τα ψάρια φυλακίζονται προς την επιφάνεια. Στη συνέχεια, το δίχτυ κλείνει όλο και περισσότερο μέχρι να πιέσει τα ψάρια και οι ψαράδες αρχίζουν να τα μαζεύουν, πρώτα με μικρές απόχες βοηθητικές και τελικά σηκώνοντας όλο το μεγάλο δίχτυ που τα περιτριγυρίζει. Λέγεται ότι με αυτό το σύστημα πιάνονται μεγάλες ποσότητες ψαριών σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα και ότι είναι καλύτερο από οποιοδήποτε άλλο τρόπο παγίδευσης.
Το εύκολο ψάρεμα της σαρδέλλας γίνεται λιγότερο εύκολο όταν πρόκειται για ενήλικες σαρδέλλες. Είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ότι οι σαρδέλλες σε ώριμη ηλικία έχουν αρκετά σημαντικές διαστάσεις, τόσο που ένα ψάρι ενήλικο μπορεί να ζυγίζει γύρω στα 150 γραμμάρια.
Αντίθετα από τις νεαρές σαρδέλλες οι ενήλικες δεν είναι τόσο λαίμαργες, γι’ αυτό η προσπάθεια για να τις μαζέψουν σε ένα στενό μέρος, όπως γίνεται για τις νεαρές δηλαδή, είναι τελείως άχρηστη. Οι ψαράδες όταν τυχαίνει να συναντήσουν ένα κοπάδι από ενήλικες σαρδέλλες, χρησιμοποιούν τα συνηθισμένα δίχτυα, ενωμένα μεταξύ τους σε πολλά μέρη. βυθισμένα μέχρι σ’ ένα ορισμένο βάθος και αφημένα ελεύθερα. Οι σαρδέλλες μπορούν να πιαστούν καλύτερα τη νύχτα με αυτό το σύστημα. Πράγματι τη νύχτα οι ψαράδες επιτυγχάνουν πάντα καλύτερα αποτελέσματα.
Φυσικά το ψάρεμα αυτού του ψαριού-που έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον – δεν γίνεται μόνο με τα κάθετα δίχτυα που αφήνονται ελεύθερα. Ένα μεγάλο μέρος ενήλικων σαρδελλών ψαρεύεται με συρτά δίχτυα πολύ σφιχτοπλεγμένα που σέρνονται πίσω από πλοιάρια με μηχανή. Το ψάρεμα με τα δίχτυα αυτά γίνεται σε μεγάλο βάθος – καμμιά φορά κάτω από 200 μέτρα -γι’ αυτό τα μέσα και τα πλοία που διαθέτονται γι’ αυτή τη δουλειά μπορούν να θεωρηθούν αλιευτικά της ανοιχτής θάλασσας
Μεταξύ των καλύτερων ψαράδων στον κόσμο, που προσπαθούν να βγάλουν από τη θάλασσα, τις μεγαλύτερες πιθανές ποσότητες του πλούτου που παράγει – είναι οι Γιαπωνέζοι, οι οποίοι με μέσα από τα πιο πρωτόγονα και υποτυπώδη μέχρι τα πιο σύγχρονα και μοντέρνα αλιευτικά, αφιερώνονται κατά μεγάλο ποσοστό σ’ αυτό το είδος ψαρέματος. Οι μεγαλύτερες ποσότητες σαρδέλλας πράγματι απορροφώνται από τις βιομηχανίες κονσερβοποιίας, οι οποίες απασχολούν πολλούς εργάτες, άλλους περισσότερο, άλλους λιγότερο ειδικευμένους.

Share

Οι ρέγγες

207 - Οι ρέγγεςΧρήσιμες και ενδιαφέρουσες μελέτες έχουν γίνει πάνω στη μετανάστευση των ρεγγών έχοντας σαν βάση την εκμετάλλευση αυτού του σπουδαίου αποθέματος που προσφέρει η θάλασσα.
Οι ψαράδες του βορρά, ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος απ’ αυτούς, πίστευαν και πιστεύουν ακόμη ότι πολλές ποικιλίες αυτού του είδους ζουν σε θάλασσες πιο ζεστές καθώς και στις βόρειες θάλασσες. Μια αποτελεσματική μελέτη πάνω στ η μετανάστευση των ρεγγών, στην αρχή φαινόταν πολύ προβληματική για τον κίνδυνο που παρουσιαζόταν να μπλεχτούν τα διάφορα είδη, πράγμα που θα προκαλούσε λάθη στον υπολογισμό του μεταναστευτικού ταξιδιού.
Πράγματι, στη πρακτική εξάσκηση της επαγγελματικής αλιείας, για πολύ καιρό βασίστηκαν στην πείρα των ψαράδων, οι οποίοι, καθόρισαν τις εποχές στις οποίες μπορούσαν να ψαρέψουν μεγάλες ποσότητες ρεγγών, ανεξάρτητα από είδη, σε διάφορες περιοχές, για τις οποίες θα μιλήσουμε στη συνέχεια. Αυτή η εμπειρία πολλές φορές αποδείχθηκε ανακριβής, γιατί δεν έπαιρνε υπ’ όψη τα αποτελέσματα των μελετών που είχαν γίνει για τα διάφορα είδη ρέγγας.
Μπορούμε να πούμε, πως η αλιεία της ρέγγας αρχίζει από τον βορρά και συνεχίζεται προς το νότο για μια περίοδο περίπου έξι μηνών. Η αρχή του ψαρέματος γίνεται γύρω στο μήνα Ιούνιο στη βόρειο θάλασσα. Τα αλιευτικά που ασχολούνται με το ψάρεμα της ρέγγας, οδηγημένα από πληρώματα πολύ έμπειρα, συνεχίζουν το ψάξιμο προς τα νότια, πάρα πολύ αργά.
Αρχίζοντας από το ύψος των νησιών Σέτλαντ κατεβαίνουν μετά από ένα μήνα προς τις Ορκάδες. Το Σεπτέμβριο τα αλιευτικά βρίσκονται στα ανοιχτό των Σκωτικών ακτών και αμέσως μετά στα ανοιχτά των Εγγλέζικων ακτών. Το χειμώνα ψαρεύουν στα ανοιχτά των Γαλλικών και Ολλανδικών ακτών και τελειώνουν τον Ιανουάριο ή Φεβρουάριο στα ανοιχτά της Βρίτόνης.
Είναι χρήσιμο να θυμηθούμε επ’ ευκαιρία ότι η ρέγγα δεν βρίσκεται ποτέ σε θαλάσσιες ζώνες με μεγάλο βάθος, πάντως -σύμφωνα με στατιστικά και από ειδήσεις παρμένες απ» ευθείας από διάφορες Γαλλικές εκδόσεις του είδους είναι πολύ δύσκολο να συναντήσουμε κοπάδια από ρέγγες σε βάθος μεγαλύτερο από 200 μέτρα. Το μεγαλύτερο μέρος ψαρεύεται σε βάθη από 80 μέχρι Ι 50 μέτρα.
Η αλιεία της ρέγγας βασίζεται στις παρατηρήσεις που έχουν γίνει πάνω στο μεταναστευτικό ταξίδι του είδους προς τα νότια. Αυτό το «ταξίδι» ενώνει πολλά είδη στη μέση του καλοκαιριού, τα οποία έχουν ενδιαφέρον,
Ενώ το φθινοπωρινό λεγόμενο ταξίδι της ρέγγας είναι πολύ γνωστό, τόσο που νά μπορεί να ακολουθηθεί από τα αλιευτικά, που συνέχεια κυνηγούν τα κοπάδια, το ταξίδι του γυρισμού προς το βορρά είναι βασικά άγνωστο, πράγμα περίεργο και ενδιαφέρον αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι η ρέγγα δεν κατεβαίνει ποτέ κάτω από τα όρια βάθους που μπορούν να ψαχτούν από τους ανιχνευτές του βυθού.
Όπως και να το κάνουμε όμως το ταξίδι του γυρισμού της ρέγγας είναι άγνωστο και δεν μπορούν να το εκμεταλλευτούν οι ψαράδες. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που η αλιεία της ρέγγας μπορεί ακόμα να προσφέρει σημαντικά οφέλη, μια και λείπει το συνεχές κυνήγι του ψαριού.
Αποδείχτηκε τελευταία, μέσω προσεχτικών και συστηματικών μελετών ότι στην πραγματικότητα οι ρέγγες δεν κάνουν τόσο εκτεταμένα και μεγάλα ταξίδια μεταναστεύσεων όπως πίστευαν παλιά. Αποδείχτηκε πως οι ρέγγες που ψαρεύονται σε τόπους και εποχές διαφορετικές ανήκουν και σε διαφορετικά είδη και κατά συνέπεια τα ταξίδια και οι μετακινήσεις κάθε .κοπαδιού είναι σχετικό περιορισμένα. Παρ» όλα αυτά πρέπει να ξεκαθαρίσουν οι αιτίες για τις οποίες το ψάρεμα της ρέγγας μπορεί να γίνει με τόσο συστηματικό τρόπο.
Πάνω σε αυτό το θέμα ο Μπέρτιν λέει τα εξής: «Είναι καιρός να θυμηθούμε ότι τα ζεστά και πολύ αλμυρά νερά του μεσοτροπικού Ατλαντικού, κινούνται προς τα βόρειο – ανατολικά κατά την διάρκεια του καλοκαιριού και φτάνουν στη συνέχεια στον Βισκαϊκό κόλπο, στην Ιρλανδική θάλασσα, τη Μάγχη, τη Βόρεια θάλασσα και τις ακτές της Ισλανδίας και της Νορβηγίας. Το χειμώνα αυτό ξαναγυρίζουν και αφήνουν τη θέση τους σε νερά πιο κρύα και λιγότερο αλμυρά που προέρχονται από τις πολικές περιοχές».

Πάντως αυτές οι κινήσεις των νερών εξηγούν τις μετακινήσεις των ψαριών και επιτρέπουν τη πρόβλεψη της ποσότητας τους.
Μιλώντας για τις ρέγγες είναι εύκολο να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι αυτά τα ψάρια των παράκτιων περιοχών με κρύα και ελαφρώς αλμυρά νερά, δεν μπορούν να ανέβουν στην επιφάνεια παρά μόνο κατά τη διάρκεια της οπισθοδρόμησης των ζεστών και αλμυρών νερών του νότου».Στην πράξη συμβαίνει και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ρέγγες να βρίσκονται σε μεγαλύτερα βάθη αποφεύγοντας να ανέβουν στην επιφάνεια μια και η θερμοκρασία της θάλασσας είναι μεγαλύτερη. Κατά συνέπεια, όταν κατά την διάρκεια του καλοκαιριού ή ακόμη και το φθινόπωρο τα ζεστά νερά οπισθοδρομούν, οι ρέγγες μπορούν να ανέβουν στην επιφάνεια,
Σ’ αυτή τη περίοδο γίνεται το μεγάλο ψάρεμα που έχει σαν αποτέλεσμα το πιάσιμο χιλιάδων τόννων ψαριού από τα εκατοντάδες αλιευτικά.
Οπισθοδρομώντας όλο και περισσότερο τα ζεστά νερά προ το νότο, αναγκάζουν τις ρέγγες. να μένουν κατά κάποιο τρόπο «ακάλυπτες», να ανέβουν στην επιφάνεια. Πρόκειται λοιπόν για μια βαθμιαία άνοδο, για τις ρέγγες που βρίσκονται σε ορισμένες περιοχές και όχι για ταξίδι από το βορρά προς το νότο
Παρ» όλο που τελευταία προσπάθησαν να ψαρέψουν τις ρέγγες και κατά την διάρκεια της περιόδου που ζουν στο βάθος της θάλασσας, με μεγάλες τράτες, η μεγάλη αλιεία γίνεται με τους πατροπαράδοτους τρόπους.
Τα αλιευτικά που χρησιμοποιούνται γι’ αυτό το σκοπό είναι πολύ γερά πλοιάρια, ικανό να πλέουν σε οποιεσδήποτε συνθήκες, έχουν πλήρωμα όχι περισσότερο από τριάντα άτομα και σχεδόν πάντα δουλεύουν μεταξύ τους με διάφορους συνδυασμούς. Από αυτά τα πλοιάρια ρίχνουν στη θάλασσα κάθετα δίχτυα με απλή πλέξη. Τα μάτια των διχτύων έχουν υπολογισμένο πλάτος, τόσο που να αφήνει τις ρέγγες να μπαίνουν, αλλά και που να τις εμποδίζει να ξαναβγαίνουν. Αυτά τα δίχτυα που έχουν βάρη από μολύβια στη κάτω μεριά τους, κρατιούνται κάθετα με φελλούς. Ρίχνονται το ένα δίπλα στο άλλο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δίνουν την εντύπωση ενός μόνο διχτύου που έχει μήκος αρκετά χιλιόμετρα. Αυτό τα δίχτυα δεν μένουν στην επιφάνεια αλλά βυθίζονται γύρω στα 30 μέτρα και καμμιά φορά σε λιγότερο βάθος.
Αυτό το σύστημα επιτρέπει να συναντηθούν τα δίχτυα με τα κοπάδια των ψαριών στο βάθος, που γενικά κινούνται αυτά. Κατά δεύτερο λόγο τα δίχτυα έτσι βυθισμένο δεν εμποδίζουν την κίνηση των αλιευτικών.
Τα δίχτυα κρατιούνται με σχοινιά που έχουν στην άκρη τους σημαδούρες. Αυτό το σύστημα των διχτύων δεν μένει ακίνητο αλλά μετακινείται, με τάση να παρεκτραπεί. Κατ» αυτό τον τρόπο οι ρέγγες που κολυμπούν σε κοπάδια, καμμιά φορά πολυάριθμα, σκοντάφτουν στα δίχτυα και με την τάση που έχουν να πηγαίνουν πάντα μπροστά, βάζουν μέσα το κεφάλι τους και μένουν φυλακισμένες.
Ένας μεγάλος αριθμός ρεγγών πιάνεται τη νύχτα- Πράγματι, τα δίχτυα ρίχνονται το απόγευμα και μαζεύονται την αυγή. Οι ρέγγες ελευθερώνονται επάνω στα πλοιάρια με ένα απλό τίναγμα των διχτύων. Οι ψαράδες είναι πάρα πολύ ικανοί και ελευθερώνουν, σε μικρό χρονικό διάστημα, τα δίχτυα από το πολύτιμο φορτίο τους. Αυτό το σύστημα ψαρέματος είναι γνωστό από το 1400 και μέχρι σήμερα αποδείχτηκε ο καλύτερος τρόπος, μια και απασχολεί τον μικρότερο αριθμό ανδρών και μέσων.

Share

Οι κλίμακες ανόδου

psarika psaria glykoy neroy solomos - Οι κλίμακες ανόδουΗ κατασκευή φραγμάτων, μερικές φορές πανύψηλων, αποτελεί αναμφίβολα μια από τις αιτίες που καθορίζουν το σταμάτημα των αποδημιών και κατά συνέπεια την εξαφάνιση ορισμένων πολύτιμων αποδημητικών ειδών.
Πολλά φυσικά εμπόδια μπορούν να ξεπεραστούν από ορισμένα είδη, όπως ο σολομός, κι αυτά τα εμπόδια θα αποτελούν κίνδυνο για την αναπαραγωγή άλλων αποδημητικών ψαριών, ανίκανων να ξεπεράσουν εμπόδια
. Αντίθετα τα τεχνητά εμπόδια, όπως τα φράγματα, είναι σχεδόν αδιάβατα για οποιοδήποτε αποδημητικό είδος.
Για να αποφευχθεί η σοβαρή ζημιά που προκαλείται από τα εμπόδια της ανόδου των ποταμών, όπως είναι τα φράγματα και τα άλλα φυσικά εμπόδια, κατασκευάζονται στα άκρα αυτών των εμποδίων «κλίμακες ανόδου», που αποτελούνται από κεκλιμένα περάσματα ποικίλου πλάτους, με κλίση κατάλληλη ώστε να μην εμποδίζει την άνοδο, έτσι ώστε το ψάρι. υπερνικώντας την δύναμη του ρεύματος, να μπορεί να περάσει. Μερικές από αυτές τις κλίμακες ανόδου αποτελούνται μάλιστα από μεγάλα σκαλοπάτια, τα οποία έχουν σκοπό να ελαττώνουν την κλίση και την ταχύτητα του ρεύματος, δίνοντας την ευκαιρία στα ψάρια να ξεκουράζονται.
Όπου είναι δυνατό, οι κλίμακες ανόδου επιμηκύνονται έτσι ώστε να ελαττωθεί στο ελάχιστο η ταχύτητα των νερών που τη σκεπάζει. Εξάλλου, τα νερά που εκρέουν απ» τις κλίμακες προκαλούν τα ψάρια που αποδημούν. Λυτά συγκεντρώνονται στην βάση αυτή της κατασκευής και σιγά – σιγά μπαίνουν μέσα και την ανεβαίνουν, ξεπερνώντας έτσι το εμπόδιο.
Όμως δεν είναι όλες κλίμακες ανόδου κατασκευασμένες με τέτοια συστήματα ώστε να εννοούν πραγματικά την άνοδο των ψαριών και πολύ συχνά η υποχρέωση κατασκευής κλιμάκων ανόδου αντιμετωπίζεται με αδιαφορία. Τότε αυτή η κατασκευή αποβαίνει ανώφελη ή τουλάχιστον ελάχιστα αποτελεσματική σε σχέση με τον σκοπό για τον οποίο έχει κατασκευαστεί.
Στην Ιταλία, πολλά φράγματα δεν έχουν ακόμα κλίμακες ανόδου κι οι οργανώσεις των ψαράδων προωθούν αιτήματα έτσι ώστε όλα τα φράγματα να εφοδιαστούν με αυτές τις κατασκευές που είναι απαραίτητες για την κυκλοφορία των ψαριών στα ποτάμια. Συχνά οι εντολές των αρμόδιων αρχών δεν εκτελούνται από τους κατασκευαστές, οι οποίοι ενδιαφέρονται μονάχα για το οικονομικό όφελος της κατασκευής.
Πρέπει να υποσημειώσουμε πως οι κλίμακες ανόδου δεν είναι απαραίτητες μόνο στα μεγάλα αποδημητικά ψάρια αλλά και στ’ άλλα είδη που μετακινούνται τοπικά, όπως η πέστροφα και ορισμένα είδη κυπρίνων, όπως το σκαρούνι. Σ» άλλες χώρες που. σύμφωνα με τη ν άποψη μας είναι πολύ πιο προηγμένες υπάρχουν τέλειες εγκαταστάσεις που εγγυώνται την άνοδο των ψαριών.
Μάλιστα στην Αμερική μαζεύονται και πιάνονται τ’ αποδημητικά ψάρια για να μεταφερθούν πέρα απ1 τα εμπόδια, εκεί που δεν στάθηκε δυνατό να κατασκευαστούν κλίμακες ανόδου.
Σε μερικά Αμερικάνικα και Σοβιετικά φράγματα, , υπάρχουν πραγματικοί ανυψωτές που μαζεύουν τα ψάρια στην βάση του φράγματος και τα μεταφέρουν πέρα απ» αυτό.

Ειδικά σε σχέση με την αποδημία των ψαριών που προέρχονται από την θάλασσα, πρέπει να παίρνουμε υπ» όψη μας πως ένα μεγάλο μέρος του ιχθυολογικού πλούτου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον άνθρωπο. Το βιομηχανικό ή ερασιτεχνικό ψάρεμα είναι μια δραστηριότητα που παρουσιάζει σημαντικές αβεβαιότητες και μεγάλη ανασφάλεια.
Κι ενώ αυτές οι αβεβαιότητες αποτελούν το μεγαλύτερο θέλγητρο για τον ερασιτέχνη, από οικονομική άποψη δεν αποτελούν ένα στοιχείο που να προσελκύει το ενδιαφέρον.
Στην θάλασσα το μεγάλο ψάρεμα γίνεται συνήθως στα αποδημητικά ψάρια. Είναι απαραίτητο για τους ψαράδες να γνωρίζουν τα χαρακτηριστικά των αποδημητικών φαινομένων και να εφαρμόζουν τις γνώσεις αυτές στην άσκηση της αλιείας.  Ο σημαντικός όγκος των ψαριών που ψαρεύονται με εντατικά και βιομηχανικά συστήματα μπορεί να οδηγήσει στην  σκέψη πως υπάρχει περίπτωση μείωσης της αλιείας αργά ή γρήγορα. Κάτι τέτοιο, τουλάχιστον όσον αφορά ορισμένα είδη, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, ενώ για άλλα είναι προφανές. Παίρνοντας υπ’ όψη τις δυνατότητες των σύγχρονων συστημάτων αλιείας, είναι απαραίτητη μια μεγαλύτερη μελέτη  των δυνατοτήτων και των κανόνων που πρέπει να διέπουν την αλιευτική δραστηριότητα. Αν και τα κέρδη της αλιείας στα γλυκά νερά είναι πολύ κατώτερα απ» αυτά που προέρχονται από  το ψάρεμα στην θάλασσα, πρέπει ωστόσο να μελετηθούν  και να εφαρμοστούν εκείνα τα μέτρα που υποδείχνει η εμπειρία  των μελετητών και των ψαράδων, έτσι ώστε να δευκολυνθεί, η μετακίνηση των ψαριών και το μοίρασμα τους σε όλα τα νερά.

Share

Ξεχωρίστε τα φρέσκα ψάρια

mourmoura 300x254 - Ξεχωρίστε τα φρέσκα ψάριαΗ φρεσκάδα των ψαριών κατ’ αρχήν φαίνεται στα μάτια. Στα φρέσκα είναι ζωηρά, αστραφτερά και γεμίζουν την κόγχη, ενώ στα μπαγιάτικα αφυδατώνονται, θαμπώνουν, βυθίζονται στην κόγχη και στα μεγάλα ψάρια εμφανίζουν κηλίδες αίματος.
Τα βράγχια είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό σημείο φρεσκάδας του ψαριού, Στα φρέσκα είναι λαμπερά, κόκκινα ή ρόδινα, υγρά και στιλπνά και χωρίς βλέννα. Χρειάζεται όμως προσοχή, για να μη μας ξεγελάει ο φωτισμός που συνήθως είναι εντονότατος για εντυπωσιασμό. Ένα άλλο τέχνασμα είναι η βαφή των ψαριών, με διάφορους τρόπους στα μεγάλα ψάρια, οπότε η παραπλάνηση είναι τέλεια, Προσοχή μεγάλη εδώ στα μπαρμπούνια που είναι και πολύ ευπαθή.
Η  μυρωδιά του  φρέσκου  ψαριού είναι ευχάριστη, μυρίζει θάλασσα και όχι την απαίσια βαριά μυρωδιά του μπαγιάτικου.
Αν η οσμή θυμίζει αμμωνία, είναι σημάδι κακής συντήρησης, ίσως ακόμη και επικίνδυνης σήψης. Το δέρμα και τα λέπια του φρέσκου ψαριού πρέπει να είναι γυαλιστερά, το χρώμα τους  ζωηρό  και  στιλπνό, χωρίς αποχρωματισμούς. Τα λέπια πρέπει να είναι σφιχτοδεμένα και υγρά και να μην αποχωρίζονται εύκολα (σε μια τσιπούρα, ένα λυθρίνι ή ένα σαργό), εκτός από ορισμένα ψάρια όπως η ρέγκα, η σαρδέλα κ.λπ. Η νεκρική ακαμψία είναι χαρακτηριστικό των φρέσκων ψαριών.

Αν κρατήσουμε ένα μικρό ψάρι, έως μισό κιλό το πολύ, από το κεφάλι, αυτό δεν λυγίζει, βρίσκεται σε μια ευθεία, Το ίδιο συμβαίνει και στα μεγαλύτερα αν τα κρατήσουμε από το κεφάλι και την ουρά.
Η σάρκα των φρέσκων ψαριών είναι ανθεκτική και σκληρή και όταν την πιέσουμε με το δάκτυλο μας δεν αφήνει λακκούβα, ενώ το αντίθετο συμβαίνει στα μπαγιάτικα.
Η κοιλιά του φρέσκου ψαριού είναι συμμετρική ως προς το υπόλοιπο σώμα, χωρίς να είναι φουσκωμένη ή πεπλατυσμένη. Το φούσκωμα οφείλεται στα αέρια που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια της αλλοίωσης των εντέρων,
Επίσης από τη χαρακτηριστική οπή απορριπτικών λειτουργιών (και όχι μόνον), στο κάτω μέρος της κοιλιάς του κάθε ψαριού, δεν πρέπει να τρέχουν υγρά ή να κρέμονται έντερα.
Οι επαγγελματίες ψαράδες λένε πως αν αγγίξουμε το ψάρι με τα δάκτυλα μας και μόνον, τα τρίψουμε δυο – τρεις φορές μεταξύ τους, στεγνώσουν και μετά τα μυρίσουμε, θα πρέπει να έχουν τη χαρακτηριστική οσμή του φρέσκου ψαριού, αν μυρίζουν άσχημα, το ψάρι είναι μπαγιάτικο!

Share